Το μεγάλο δείπνο

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 14, 16-24)

1. Πρόσκληση: Λέξη μέ βαθύ νόημα
Σέ κάποιο χωριό, ὅταν ἐπρόκειτο νά κάνουν γάμο, ἔβαζαν οἱ γονεῖς πάνω σ’ ἕνα δίσκο λουλούδια καί γλυκίσματα καί πήγαιναν ἀπό σπίτι σέ σπίτι, παρακαλώντας τούς ἀνθρώπους νά πάρουν λουλούδια καί γλυκίσ-ματα ἀπό τό δίσκο καί προσκαλώντας τους, οἱ ἴδιοι προσωπικά, νά πᾶνε στή χαρά τῶν παιδιῶν τους.
Τί τιμή νά προσκαλοῦν ἕναν ἄνθρωπο μέ αὐτόν τόν παλαιό τρόπο! Τί εὐγένεια, πού ἐξέφραζε! Ἀλλά καί τί πόθο!
Ἕνας ἄνθρωπος σέ καλεῖ μέ τόσο εὐγενικό τρόπο. Τί ὑποχρέωση σοῦ δημιουργεῖ μέσα σου; Ὅσο πιό πολύ σοῦ δείχνει ὅτι σέ τιμάει καί σέ ἀγαπάει, ὅσο πιό πολύ σοῦ δείχνει ὅτι σέ σέβεται, τόσο περισσότερο τό ἐκτιμᾶς. Τόσο περισσότερο αἰσθάνεσαι ὑποχρεωμένος ἀπέναντί του. Καί μάλιστα, ὅταν στό πρόσωπο αὐτό πού σέ καλεῖ, βλέπεις μία ἱερότητα, βλέπεις ὅτι ἔχει γιά σένα κάποια ἰδιαίτερη ἀξία. Δηλαδή ὄχι μόνο εἶναι συγγενής σου, ἀλλά εἶναι ἕνα πρόσωπο, πού ὅλοι τό σέβονται καί τό εὐλαβοῦνται γιά τίς ἀρετές του. Ἤ ἀκόμη τό πρόσωπο αὐτό νά ἔχει καί κάποιο μεγάλο ἀξίωμα νά εἶναι Ὑπουργός, νά εἶναι Βασιλιάς…
Τί ὑποχρέωση πού μᾶς δημιουργεῖ!
Γιά φανταστεῖτε τώρα, ἐκεῖνος πού κάνει τήν πρόσκληση νά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Ὄχι ὁ Βασιλιάς τοῦ κόσμου, ἀλλά «ὁ Βασιλεύς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος τῶν κυριευόντων, ὁ Πατέρας μας ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ἐκεῖ-νος ἀπό τόν ὁποῖον ἐξαρτᾶται καί ἡ ἐπί γῆς ἀλλά καί ἡ αἰώνια ζωή μας! Τί ὑποχρέωση καί τί τιμή ἀποτελεῖ ἡ πρόσκλησή του!

2. Ἀνεξήγητη ἡ ἄρνησή σου
Μᾶς λέγει, λοιπόν, τό Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Θεός κάνει τούς γάμους τοῦ Υἱοῦ του καί μᾶς καλεῖ μέ ἕναν τόσο ἐπίσημο τρόπο.
Ἀλλά ὅταν ἄκουσαν τήν πρόσκληση ἐκεῖνοι, στούς ὁποίους ἀπευθύνθηκε, ἀντί νά τή δεχθοῦν, τήν ἔγραψαν στά παλιά τους τά παπούτσια, τήν περιφρόνησαν. Γιά σκεφτεῖτε, νά πηγαίνει ἕνας ἄνθρωπος μέ τό δίσκο, μέ τά γλυκίσματα καί μέ τά λουλούδια καί νά καλεῖ κάποιον καί αὐτός νά τόν περιφρονεῖ. Τί πίκρα! Τί λύπη! Ἀντί τιμῆς, λύπη. Ἀντί χαρᾶς, πικρία. Καί οἱ δικαιολογίες;
«Ἀγρόν ἀγόρασα καί θέλω νά πάω νά τόν δῶ».
Καί ὁ ἄλλος: «ζεύγη βοῶν ἀγόρασα καί πάω νά δῶ, κάνουν καλά τή δουλειά τους στό ὄργωμα;».
Καί ὁ ἄλλος: «γυναίκα ἔγημα καί γι’ αὐτό δέν μπορῶ νά ρθῶ. Παντρεύτηκα καί δέν μπορῶ νά ρθῶ».
Καλά εὐλογημένε, θά φύγει τό χωράφι; Τά βόδια ἄν τά κλείσεις ἤ τά δέσεις κάπου νά βοσκήσουν μία ἡμέρα, θά ἀλλάξουν; Καί ἡ γυναίκα, πού παντρεύτηκες θά πάψει νά εἶναι ἡ γυναίκα σου, ἅμα πᾶς στό γάμο κανενός ἄλλου ἀνθρώπου; Πόσο φτηνές δικαιολογίες! Ὅταν τίς σκεφτεῖ κανείς μέ τό μέσα μυαλό καί δέν ἀφήσει νά περνᾶνε ἀστραπιαία, ἀπό τή σκέψη του χωρίς νά τίς ἀναλύει, τό παράπονο καί ἡ πικρία ἑκατονταπλα-σιάζονται.
Λέει παρακάτω τό Εὐαγγέλιο: «ἡ πικρία αὐτή καί ἡ λύπη ἐκείνου πού ἔκανε τήν πρόσκληση, ἐπέδρασε ἐπάνω του καί τούς ἀποστράφηκε τούς ἀνθρώπους αὐτούς». Καί τί ἔκανε; Ἐπειδή εἶχε ἐξουσία, διέταξε νά τι-μωρηθοῦν. Τούς πέταξε «στό σκότος τό ἐξώτερον, ἐκεῖ πού εἶναι ὁ κλαυθ-μός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων». Ἀντί χαρά, λύπη. Ἀντί νά ἔχουν τούμπα-να καί χορούς καί τραγούδια, τρίζουν, τώρα, τά δόντια τους καί σκᾶνε ἀπό τό κακό τους καί ἀπό τή μεταμέλεια. Ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως, τότε πού εἶναι ἀργά καί δέν ὑπάρχει πιά διόρθωση. Γιατί, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος θά πετα-χτεῖ στό σκότος τό ἐξώτερον, δέν ὑπάρχει περιθώριο γιά διόρθωση.

3. Προσέξτε παιδιά μου!
Γιατί μᾶς τήν εἶπε τήν παραβολή αὐτή ὁ Χριστός;
Γιά νά μᾶς πεῖ: Μήν ἀφήνετε τόν ἑαυτό σας ἀδελφοί μου, παιδιά μου ἀγαπημένα, πού Ἐγώ κατέβηκα γιά σᾶς καί γιά τή σωτηρία σας, ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ καί στά καταχθόνια καί στόν Ἅδη, γιά νά ἀναζητήσω τόν προπάτορα Ἀδάμ, νά κάνει τέτοια λάθη. Μή τά παίρνετε αὐτά στά ἀστεῖα. Μή λέτε αὐτές τίς ἄνοστες δικαιολογίες: «ἀγρόν ἀγόρασα, ζεύγη βοῶν ἀγόρασα, γυναίκα ἔγημα». Σκεφτεῖτε πιό σοβαρά, γιατί αὐτά πού σᾶς λέγω, μιλᾶνε γιά τή ζωή.
Ποιός ἀπό μᾶς ὅταν δεῖ ἄνθρωπο, πού δέν ἐκτιμάει τή ζωή πνευμα-τικά, ἀλλά τόν βλέπει νά σκέφτεται μόνο: φαΐ, διασκέδαση, χρῆμα, δέν ἀπογοητεύεται; Καί τί λέμε; «Αὐτός δέν εἶναι ἄνθρωπος. Εἶναι παχύδερ-μο». Γιατί; Γιατί ἡ ζωή μόνον τότε ὀμορφαίνει καί γίνεται ἀληθινή ζωή, ὅταν εἶναι ζωή πνευματική. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει στραμμένα μάτια καί καρδιά πρός τά ἄνω καί ἀγαπάει τό καλό. Ὅταν ἔχει μία πνευματική ἐπι-κοινωνία μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, καί δέν νά ἐνεργεῖ μέ βάση τό νόμο τῆς ζούγκλας, τήν ἐκμετάλλευση, τό στύψιμο τοῦ λεμονιοῦ καί τό πέταμα τῆς λεμονόκουπας, ὅπως βλέπει τόν ἄνθρωπο ὁ ἄνθρωπος-παχύδερμο.
Ἦρθε, λοιπόν ὁ Κύριός μας, «στή γῆ νά περπατήσει καί νά μᾶς κα-λοκαρδίσει». Γιά νά μᾶς κάνει νά ἔχουμε ἀνθρώπινη καρδιά. Καί τί ἔκαμε; Ἔβαλε ὁλόκληρο τόν κόσμο νά μᾶς φωνάζει. «Σήμερα Κυριακή!», μᾶς φω-νάζει ἡ καμπάνα. Ὅταν τήν ἀκοῦμε ὅλοι, ποιόν σκεφτόμαστε; Τόν παπά; Τόν Θεό σκεφτόμαστε. Μᾶς φωνάζει ὁ Θεός νά πᾶμε νά Τόν χαιρετίσουμε στήν ἐκκλησία καί νά μᾶς δώσει, μέ τό χέρι τοῦ παπᾶ τήν εὐλογία Του. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι πού εὐλογεῖ. Καί τοῦ Χριστοῦ τήν εὐλογία τήν ἔχου-με ὅλοι ἀνάγκη.
Μᾶς μιλάει ἀκόμη μέ τό λόγο Του. Μᾶς μιλάει μέ τό λόγο τῆς μητέ-ρας μας καί τοῦ πατέρα μας, τῆς γιαγιᾶς μας, μιᾶς γριούλας, πού γεμάτη ἀγάπη καί καλοσύνη μᾶς λέει δύο λόγια. Μᾶς μιλάει μέ τήν ὀμορφιά τῆς κτίσης. Μᾶς μιλάει, μέσα ἀπό τήν καρδιά μας, μέ τή φωνή τῆς συνειδήσε-ως: «Μή ἐκεῖνο, παιδί μου. Αὐτό κάνε». Καί μέ τόσους ἄλλους τρόπους.
Ἐμεῖς πρέπει νά παίρνουμε ἐκεῖνα τά ξυλαράκια μέ τό μπαμπακά-κι, νά καθαρίζομε πότε-πότε τό αὐτί μας, γιά νά ἀκοῦμε. Νά ἀκοῦμε τή φωνή τοῦ Θεοῦ, γιατί ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ εἶναι γιά μᾶς ζωή καί σωτηρία. Καί ἀλλοίμονο στόν ἄνθρωπο πού περιφρονεῖ τή φωνή τοῦ Θεοῦ, καί δέν ἀκούει.
Μέ πόσους τρόπους μᾶς καλεῖ ὁ Θεός, ἀπό εὐσπλαχνία καί ἀπό ἀγάπη! Γιατί «ἦλθε», ὅπως λέγει τό Εὐαγγέλιο, «ἵνα ζωήν ἔχωσι καί περισ-σόν ἔχωσι». Γιά νά μᾶς γεμίσει ἀπό ἀληθινή ζωή, ἀπό τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού μᾶς ἐξυψώνει καί μᾶς κάνει καί ἐδῶ, νά εἴμαστε Ἄγγελοι, ὅσοι ἀκοῦμε τό Λόγο τοῦ Θεοῦ καί στόν οὐρανό νά γίνουμε τρισευτυχισ-μένοι.
Ἄς ἔλθουμε, ὅμως τώρα, στό τί κάνουμε ἐμεῖς.
-Ἔ, πᾶμε στήν ἐκκλησία;
-Γιατί νά πᾶμε;
-Γιά τήν ψυχή μας!
-Ἡ ψυχή θέλει ψίχαλα. Ἐκείνη ἡ κοιλιά θέλει κάθε ἡμέρα κομμά-τια. Καί γιά νά βγάλω τά κομμάτια, πρέπει νά πάω νά δουλέψω. Ἄσε τήν ἐκκλησία.
Καί «ἀγρόν ἠγόρασα καί πάω νά τόν δῶ».
- Ἐγώ ἔχω τό μαγαζάκι μου.
- Μά τήν Κυριακή εἶναι κλειστό τό μαγαζάκι.
- Θέλω νά φτιάξω τά χαρτιά μου.
Καί δέν πάει στήν ἐκκλησία, γιά νά φτιάξει τά χαρτιά.
Καί ὁ ἄλλος λέγει:
-Δουλεύω ἕξι μέρες. Ἡ Κυριακή εἶναι ἀργία. Λοιπόν, βγαίνω τό βραδάκι καί διασκεδάζω μέχρι τό πρωί καί μετά κοιμᾶμαι.
Πῶς διασκεδάζει; Σαρκικά διασκεδάζει.
Πόσα ἄλλα παραδείγματα, θά μπορούσαμε νά ποῦμε! Ἀλλά, ρωτᾶμε: Εἶναι δυνατόν νά εἶναι σοβαρές οἱ δικαιολογίες αὐτές;
Στέκουν; Σάν τί στέκουν; Σάν καταφρόνηση, σάν περιφρόνηση.
Ἐρώτημα: Εἶναι δυνατόν, ποτέ, ἄνθρωπος πού καταφρονεῖ τό Θεό, νά ἔχει τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ; Ποιά εἶναι ἡ σωστή τοποθέτηση, ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ; Ἡ ἀγάπη, ἐξ’ ὅλης ψυχῆς. Ὁ ζῆλος νά κάνουμε τό θέλημά Του, μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις.
Δέν μποροῦμε νά τό κάνομε; Τότε ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ μόνη σωστή τοποθέτηση.
Νά λέμε: «Θεέ μου, εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος. Συγχώρεσέ με καί ἐλέησέ με! Δῶσε μου τή δύναμη. Ἔρχομαι κοντά Σου, σάν τόν ἄσωτο υἱό. Ἔρχομαι κοντά Σου, σάν τόν τελώνη, σάν τήν πόρνη, σάν τό ληστή ἀπά-νω στό σταυρό, πού σοῦ εἶπε: «Μνήσθητί μου Κύριε. Ληστής εἶμαι, παλιάνθρωπος ὑπῆρξα στή ζωή μου. Μνήσθητί μου».
Ὅταν ὅμως δείχνουμε ὅτι Τόν περιφρονοῦμε καί τό θέλημά Του τό ἔχουμε γιά τά σκουπίδια, εἶναι δυνατό, νά ἔχουμε εὐλογία, χάρη, ἁγιασμό;
Ἀκούσαμε: «Μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός στό γάμο Του».
Γάμος, ἐννοεῖται ἡ ἕνωση τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ψυχή μας. Ἡ ἕνωση ἡ δική μας μέ τό Χριστό. Ποῦ γίνεται αὐτό τό πράγμα; Στή Θεία Κοινωνία. Εἶπε ὁ Χριστός: «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα, ἐν ἐμοί με-νει καγώ ἐν αὐτῷ». Ὅποιος τρώει τό σῶμα μου καί πίνει τό αἷμα μου, μένει σέ μένα καί ἐγώ σ’ αὐτόν. Ἑνώνεται μέ μένα, ὅπως ἑνώνονται δύο ἄνθρωποι ὅταν παντρεύονται, εἰς σάρκα μία καί γίνονται ἕνας.
Ἀλλά πιό πάνω ἀπό τήν ἕνωση πού κάνει ὁ γάμος μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ σέ δυό ἀνθρώπους, εἶναι ἡ ἕνωση πού γίνεται μεταξύ Χριστοῦ καί ψυχῆς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος παίρνει τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτή τή στιγμή, εἴμαστε καλεσμένοι στό γάμο τοῦ Χριστοῦ, γιατί γίνεται ἡ Θεία Λειτουργία καί μετά θά ποῦμε: «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε νά ἑνωθεῖτε μέ τό Χριστό». Θά πάρετε τό Χριστό.
Πῶς πρέπει νά πᾶμε; Μήπως λέγοντας: «Ἀγρόν ἠγόρασα, γυναίκα ἔγημα, βόδια ἀγόρασα, δουλειές ἔχω;»
Ἄς εὐχηθοῦμε, τή ζωή πού ἔφερε ὁ Χριστός, καί μέ τό γάμο Του μαζί μας μᾶς τήν προσφέρει, γιά νά ἑνωθοῦμε σ’ ἕνα μαζί Του καί νά γίνουμε καί ἐμεῖς κατά χάρη καί κατά χαρά, ἕνα μέ τό Χριστό, νά τή δεχτοῦμε, νά τή βάλουμε μέσα μας καί νά τήν κρατήσουμε. Ἀμήν!

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία στή Ροδαυγή στίς 11/12/1994