Ο άφρονας πλούσιος

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 12, 16-21)

1. Ἔφαγε, ἤπιε. Εὐφράνθηκε;
Ὁ Χριστός εἶπε τήν ἑξῆς παραβολή: Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλά κτήματα. Κάποια φορά, εὐφόρησε ἡ χώρα του. Ὁ πλούσιος ὑπολόγισε ὅτι δέν θά μπορέσει νά μαζέψει ὅλα τά προϊόντα στίς ἀποθῆκες του, δέν τόν ἔφταναν, καί κατάληξε στό συμπέρασμα ὅτι ἔπρεπε νά τίς γκρεμίσει· νά φτειάξει ἄλλες μεγαλύτερες. Ἐννοεῖται, ὅτι καθένας ὅταν φτειάχνει ἀποθῆκες, τίς φτειάχνει πάντα πιό εὐρύχωρες. Νά χωρᾶνε κάτι παραπάνω, ἀπό ὅσα προβλέπεται νά συγκεντρωθοῦν.
Φαντασθεῖτε λοιπόν, πόσα χτήματα εἶχε ἐκεῖνος καί τί μεγάλη παραγωγή ἔκαναν. Ἀλλά τί παράξενο! Ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν σκέφτηκε τίποτε ἄλλο, παρά μόνο πῶς θά μαζέψει ὅλα τά προϊόντα του γιά τόν ἑαυτό του. Καί μετά νά πεῖ στόν ἑαυτό του: «Ψυχή μου, ἔχεις πολλά ἀγαθά γιά χρόνια πολλά. Φάε, πιέ, εὐφραίνου».
Ἐρώτημα: Ἔφαγε, ἤπιε. Εὐφράνθηκε;
Δηλαδή γέμισε ἡ ζωή του χαρά; Ἀπόκτησε εἰρήνη; Ἀπόκτησε ἐκεῖνο πού λέμε «εὐτυχία»; Λέει ὁ Θεός στόν προφήτη Ἡσαΐα: «Ἵνα τί τιμᾶσθε ἐν οὐκ ἄρτοις; Καί ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ εἰς πλησμονήν;» Γιατί πετᾶτε τά χρήματά σας, ἐκεῖ πού δέν ἔχει «ψωμί»; Ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει κάτι πού θά σᾶς χορτάσει; Ἱδρώνετε γιά νά ἀποκτήσετε. Κοπιάζετε. Καί ἔπειτα, νομίζετε ὅτι ἅμα τά διαθέσετε κάπου θά χορτάσετε. Θά φᾶτε καί θά πίετε καλά.
Ἀλλά χορτάσατε ποτέ; Γέμισε ἡ ψυχή σας; Ἱκανοποιηθήκατε;
Τί φοβερά τά λόγια τοῦ Κυρίου, πού ἔρχονται ἀπό τόν οὐρανό γιά μᾶς. Τί ἀληθινά. Εἴμαστε ἄνθρωποι. Ὅλοι, ἄλλος περισσότερο, ἄλλος λιγότερο, κουραζόμαστε γιά τόν ἐπιούσιο ἄρτο μας. Δουλεύουμε ἐπάνω στή γῆ. Καί ὅλοι τήν δουλειά μας τήν ἐκτιμοῦμε σάν βαρειά. Πραγματικά. Πολλές φορές, ἡ δουλειά εἶναι βαρειά. Καί κουραστική. Σωματικά καί ψυχικά. Καί μετά ἀφοῦ πάρουμε τόν κόπο τῆς δουλειᾶς μας, πᾶμε νά βροῦμε μέ αὐτόν χαρά καί εὐτυχία. Λέει λοιπόν ὁ Θεός: «Εὑρήκατε χαρά καί εὐτυχία ἐκεῖ πού πᾶτε; Βρήκατε ἐκεῖνα πού ἀναζητᾶτε;» Δέν ρωτᾶ ἄν χόρτασε καί γέμισε ἡ κοιλιά μας. Ἀλλά μᾶς λέγει: Γέμισε καμιά φορά ἡ ψυχή σας; Γέμισε ἡ καρδιά σας; Εἴπατε: «δέν θέλω τίποτε ἄλλο πιά».
Γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλει καί ἄλλα ἐκτός ἀπό κεῖνα πού ἔχει, σημαίνει πώς δέν τόν ἱκανοποίησαν, δέν τόν χόρτασαν, δέν τοῦ ἔφτασαν.

2. Ἡ πιό χρήσιμη ἐξίσωση
Ὑπάρχουν οἱ διάσημοι πολιτικοί. Ἄν τούς ρωτοῦσε κανείς: «εἴσαστε εὐτυχισμένοι;» τί θά ἔλεγαν; Ὤ, οἱ ταλαίπωροι, τί τραβᾶνε.
Ἦταν στήν Γαλλία ἕνας ἄνθρωπος σοφός. Φαινόταν ἐξωτερικά τόσο χαρούμε-νος, ὥστε νόμιζαν ὅλοι πώς θά ἦταν ἀληθινά εὐτυχισμένος. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἔλεγε συνεχῶς: «Ἐγώ δέν πιστεύω στό Θεό. Ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος». Κάποια μέρα τόν ρώτησε ἕνας φίλος του:
-Αἰσθάνεσαι εὐτυχισμένος; Θέλω νά μᾶς πεῖς.
Ἐκεῖνος ἀπάντησε:
-Μιλᾶς γιά εὐτυχία; Εὐτυχία δέν αἰσθάνθηκα ὄχι χρόνο, ὄχι μέρες, ἀλλά οὔτε ὥρα, οὔτε στιγμή.
Ἔχουμε πάλι κάτι ἄλλους πού παίζουν στό ποδόσφαιρο. Τρέχουν στά γήπεδα μικροί καί μεγάλοι καί τούς θαυμάζουν πού βάζουν τά γκόλ. Καί ἀγοράζονται αὐτοί οἱ ποδοσφαιριστές ἀπό τήν μιά ὁμάδα καί ἀπό τήν ἄλλη ἑκατομμύρια.
Γιά νά τούς ρωτήσει κανείς: «Χορτάσατε; Μείνατε ἱκανοποιημένοι;» Τά ταλαίπωρα τά παιδιά. Τά ταλαίπωρα τά παιδιά.
Βρίσκει κανείς ἕναν ἐργάτη πού δουλεύει. Ἕναν ἐπαγγελματία. Τόν ρωτᾶ:
–Εἶσαι χορτασμένος;
Μουδιάζει ὅταν τό ἀκούει.
Ἀλλά μήν πᾶμε μακρυά. Ἄν κάποιος ρωτοῦσε ἐμᾶς, τί θά ἀπαντούσαμε;
Γι' αὐτό ὁ Θεός φώναξε ἀπό τόν οὐρανό: «Ἵνα τί τιμᾶσθε ἐν οὐκ ἄρτοις καί ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ εἰς πλησμονήν;» Γιατί βάζετε στόν νοῦ καί στήν καρδιά σας, ὅτι θά βρεῖτε τήν εὐτυχία σέ κεῖνα πού δέν εἶναι «ψωμί»; Πού δέν εἶναι οὐσιαστική τροφή; Γιατί δίνετε τόν κόπο σας καί δέν χορταίνετε καί δέν ἀποκτᾶτε χαρά καί εἰρήνη;
Μερικοί θεωροῦν τόν ἑαυτό τους πιό ἔξυπνο καί τρέχουν ἐκεῖ πού ἀκοῦνε ὅτι τάχα ὑπάρχει χαρά. Στά κέντρα διασκεδάσεως. Κέντρο διασκεδάσεως τί σημαίνει; Χαρά λένε, χαρά. Ἀλλά ἡ λέξη «διασκέδαση», σημαίνει «σκόρπισμα». Διασκεδάζω θά πεῖ σκορπίζω. Τί θέλει νά κάνει ἐκεῖνος πού πάει νά διασκεδάσει; Νά πετάξει πέρα-δῶθε τήν στενοχώρια πού ἔχει. Γιατί πάει στό κέντρο τῆς διασκεδάσεως; Ἐπειδή δέν ἔχει χαρά, ἀλλά στενοχώριες καί λύπες. Πάει λοιπόν ἐκεῖ, γιά νά πετάξει ἀπό πάνω του τίς στενοχώριες καί τίς λύπες καί νά βρεῖ ἐκεῖ μέσα τήν χαρά.
Ἐδῶ εἶναι πού θά φώναζε ὁ Θεός ἀπό πάνω: «Ποῦ πᾶτε καί πετᾶτε τά χρήματά σας καί τόν κόπο σας; Ποῦ ζητᾶτε ν’ ἀποκτήσετε χαρά; Τί νομίζετε χαρά; Ἐκεῖνο πού βρίσκετε, ὅταν φθάνετε σέ μία κατάσταση ἔξαλλη; Ἐκεῖνο πού σᾶς δίνει τό φτηνό πανηγύρι, καί διαρκεῖ ὅσο εἴσαστε κεῖ μέσα; Ὅταν φύγετε ἀπό ἐκεῖ, ἀπό τό κέντρο τῆς διασκεδάσεως, πού εἴτε πίνει ὁ μεγάλος, εἴτε χορεύει καί τραγουδάει ὁ μικρός, ἔχετε τίποτε μέσα στήν ψυχή σας; Χορτάσατε;»
Ἅμα τό φιλοσοφήσουμε θά ποῦμε: Μηδέν, μηδέν, τίποτε.
Ὑπῆρξε ἕνας ἄνθρωπος πολύ δυνατός. Εἶχε χρήματα πολλά. Ἦταν νέος, ἦταν ἔξυπνος, ἦταν σοφός. Ὁ βασιλιάς Σολομών. Ὁ γυιός τοῦ προφήτη Δαυΐδ. Αὐτός φρόντι-σε νά ἀποκτήσει χρήματα πολλά, νά διασκεδάσει πολύ, νά μάθει τά πάντα. Ἀλλά στό τέλος γράφει σ’ ἕνα βιβλίο του, πού λέγεται «ὁ Ἐκκλησιαστής»: «Βρέ παιδάκι μου, νόμισα πώς ἅμα γλεντήσω θά χορτάσω ἀλλά τίποτε. Ματαιότης ματαιοτήτων». Μιά τρύπα στό νερό ἔκανα, λέει. Τί κατάλαβα; Χαρά δέν ἀπόκτησα. Ἡδονή γιά λίγο ναί. Ἀλλά εὐτυχία δέν βρῆκα. Ὅλα εἶναι κούφια. Δέν προσφέρουν στόν ἄνθρωπο τίποτε.
Μία ἀλήθεια πού μάθαμε στό σχολεῖο εἶναι: «Δύο καί δύο κάνουν τέσσερα καί δύο πλήν δύο κάνουν μηδέν». Κατά τόν ἴδιο τρόπο, λέει ἕνας σοφός ἄνθρωπος μέ πεῖρα, πού φιλοσόφησε ἐπάνω στή ζωή, ἰσχύει:
«Ὑλικά ἀγαθά, ὅσα θέλεις βάλε, πλήν Θεός, ὅταν λείπει ὁ Θεός, ἴσον μιζέρια, δυστυχία καί ταλαιπωρία.
«Ὑλικά ἀγαθά, εἴτε λίγα εἶναι εἴτε πολλά σύν Θεός ἴσον χαρά καί εἰρήνη καί εὐτυχία.
Ἕνας μεγάλος κοινωνιολόγος γράφει: «Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται νά βρεῖ χρήματα, τιμή, διασκέδαση, χαρά. Ἀγωνίζεται, σκοτώνεται, τόν πιάνει ἄγχος καί ταλαιπωρία νά τά βρεῖ. Νομίζει πώς αὐτά φτάνουν. Ἀλλά παθαίνει ἕνα φιάσκο. Παθαίνει τήν χειρότερη ἀπογοήτευση στή ζωή του. Ξέρετε πότε; Ἄν συναντήσει ἕναν ἄνθρωπο πού δέν ἐνδιαφέρεται οὔτε γιά δόξα, οὔτε γιά χρήματα, οὔτε γιά διασκέδαση. Τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτός καταλαβαίνει ὅτι εἶναι ὁ πιό φτωχός ἄνθρωπος τοῦ κόσμου».

3. Μακαριότητα καί παραχάραξη
Γιατί εἶπε τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου ὁ Κύριος;
Γιά νά βγάλει τό συμπέρασμα πού ἀκούσαμε: «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν». Ὁ ἄφρων πλούσιος, ὄχι μόνο δέν χόρτασε τήν καρδιά του, (ὄχι τήν κοιλιά του, γιά τήν καρδιά του λέμε), ἀλλά τήν ὥρα πού εἶχε μαζέψει τά ἀγαθά του, τοῦ φώναξε ὁ Θεός: «Σήμερα θά σοῦ πάρουν τήν ψυχή· αὐτά πού μάζεψες σέ ποιόν θά μείνουν;» Αὐτά πού λαχτάρησες νά μαζέψεις, ποῦ θά μείνουν. Ἔτσι λέει ὁ Χριστός, θά τήν πάθει, θά μείνει μπουκάλα ἀπό ἐκεῖνα πού λαχτάρησε, ὁ κάθε ἄνθρωπος πού θέλει νά πλουτήσει γιά τόν ἑαυτό του. Ὁ φαταούλας. «Καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν». Τό σωστό εἶναι νά κανονίσουμε νά πλουτίσουμε κατά Θεόν. Σέ κεῖνα πού ὁ Θεός ἐκτιμᾶ. Σέ κεῖνα πού ὁ Θεός χορηγεῖ. Σέ κεῖνα πού μᾶς λέγει ὅτι εἶναι πηγή χαρᾶς καί εὐτυχίας.
Πηγή χαρᾶς καί εὐτυχίας εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Ἔλεγε ὁ Χριστός: «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Τί σημαίνει «μακάριοι»; Εὐτυχισμένοι. Εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν ταπείνωση καί φέρονται μέ καλωσύνη.
«Μακάριοι οἱ πραεῖς». Ἐκεῖνοι πού δέν ἀφήνουν τόν ἑαυτό τους νά θυμώνει καί νά ὀργίζεται ἐναντίον τῶν ἄλλων.
«Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί».
«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες». Εὐτυχισμένοι ἐκεῖνοι πού πενθοῦν, ὄχι μόνο γιά τούς πεθαμένους τους, ἀλλά γιά τό κακό πού ὑπάρχει στόν κόσμο. Καί λένε: «Θεέ μου, λιγόστεψε τό κακό ἐπάνω στόν κόσμο». Αὐτοί εἶναι εὐτυχισμένοι γιατί κατάλαβαν ποιά εἶναι ἡ πραγματική δυστυχία.
«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ». Ἐκεῖνοι πού δέν λέρωσαν τήν καρδιά τους μέ βρώμικες πράξεις, μέ βρώμικες ἐπιθυμίες, μέ βρώμικα λόγια.
Καί μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι πού διώκωνται γιά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἔτσι ἐδιώχθη ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἔτσι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ἔτσι ὁ ἅγιος Δημήτριος καί ἔτσι οἱ ἅγιοι μάρτυρες. Καί ἔγιναν πιό εὐτυχισμένοι ἀπό τούς εὐτυχισμέ-νους ὅλου τοῦ κόσμου.

4. Νά ἡ μεγάλη φιλοσοφία
Ἔχουμε χρέος νά εἴμαστε ὀλιγαρκεῖς στόν ἑαυτό μας. Νά μποροῦμε νά εἴμαστε εὐτυχισμένοι μέ τό φτωχό φαγητό, τό ἴδιο ὅπως θά εἴμαστε καί μέ τό πλούσιο. Νά δοξάζουμε τόν Χριστό γιά τό φτωχικό μας, ὅπως θά τόν δοξάζαμε ἄν εἴχαμε ἀποκτήσει παλάτι.
Νά εἴμαστε εὐχαριστημένοι καί νά ζητοῦμε πρῶτον τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί μετά τά ἄλλα.
Ἔχοντας πάντα αὐτό τό πνευματικό φρόνημα, θά κάνουμε ὅ,τι καλύτερο μπο-ροῦμε γιά τά παιδιά μας καί γιά τήν οἰκογένειά μας. Χωρίς ποτέ νά θεωροῦμε τά ὑλικά ἀγαθά εὐτυχία.
Αὐτά κήρυττε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ὁποῖος λέγει: «Σᾶς εὔχομαι ἀγαπητοί μου ἀδελφοί ὁ Θεός νά πληθαίνει τά ἀγαθά σας. Νά σᾶς γεμίσει μέ χαρά καί μέ εἰρήνη σ’ αὐτή τή ζωή καί νά σᾶς χαρίσει καί τήν μέλλουσα χαρά καί εἰρήνη στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιά νά εὐφραίνεστε πάντοτε μαζί του. Μαζί μέ τήν Μητέρα του τήν Ὑπερα-γία Θεοτόκο, καί μαζί μέ ὅλους τούς ἁγίους εἰς τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων». Ἀμήν.-

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία στούς Κιρκιζάτες στίς 19/11/1995