Η κλήση των Μαθητών

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 5, 1-11)

Ἔτσι ἀξιοποιεῖται τό θαῦμα
Τό σημερινό Εὐαγγέλιο εἶναι ἁπλό στήν ἔκφρασή του, ὅπως εἶναι ἄλλωστε τά λόγια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά εἶναι πολύ βαθύ στό πνευματικό μήνυμα, τό ὁποῖο μεταδίδει στόν κάθε ἄνθρωπο καί ἰδιαίτερα σ’ ἐκείνους πού ἔχουν ἀποκτήσει ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας.
Ἐπίγνωση δηλαδή, τοῦ ὅτι δέν εἶναι μόνοι στόν κόσμο ἤ μόνο μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά πάνω ἀπ' ὅλα εἶναι ὁ Θεός καί πέρα ἀπό τόν κόσμο αὐτό, εἶναι ἡ αἰώνιος καί ἀτελεύτητος ζωή.
Μᾶς λέγει, λοιπόν, τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο ὅτι κάποια ἡμέρα, ὁ Κύριός μας βρέθηκε σέ μιά παραλία. Καί ἐπειδή ἦταν ἀρκετοί ἄνθρωποι πού τόν ἀκολουθοῦσαν καί ἤθελαν νά ἀκούσουν κάτι ἀπό τό στόμα Του, ἀνέβηκε σ’ ἕνα καραβάκι, γιά νά εἶναι ἔτσι λιγάκι πιό ψηλά καί ἄρχισε νά μιλᾶ μέσα ἀπό τό καραβάκι στόν κόσμο, πού στεκόταν μπροστά Του.
Ὅταν τελείωσε τό κήρυγμά Του καί εἶπε ἐκεῖνα πού ἤθελε νά πεῖ καί νά διδάξει, εἶπε στόν ἰδιοκτήτη τοῦ καραβιοῦ, πού ἦταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος (φυσικά, προτοῦ τόν καλέσει καί γίνει Ἀπόστολος, ἐνῶ ἀκόμα ἦταν ἕνας ἄγνωστός Του): «Καί τώρα, γιά νά σοῦ πληρώσω τό νοίκι γιά τήν ἀπασχόληση τοῦ καραβιοῦ σου, τράβα λίγο πιό πέρα τό καραβάκι σου καί ρίξε τό δίχτυ σου νά πιάσεις κανένα ψάρι».
Τοῦ ἀπάντησε ὁ Πέτρος:
-Κύριε, ὁλόκληρη τή νύχτα ψάχναμε γιά ψάρια, ἡ νύχτα εἶναι γιά ψάρια καί δέν πιάσαμε οὔτε ἕνα. Καί τώρα μέρα μεσημέρι, θά πιάσουμε ψάρια; Δέν γίνεται. Ἀλλά, μιά καί τό λές, θά τόν κάνω τόν κόπο.
Φαίνεται, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, πρώτη φορά ἀκούγοντας τό Χριστό, εἶχε μείνει πολύ εὐχαριστημένος ἀπό τά λόγια Του καί κατάλαβε, ὅτι ἀξίζει κανείς νά κάνει κάτι ἀπό ἐκεῖνα, πού λέγει ἕνας ἄνθρωπος καί εἶναι λόγια μέ τόσο μήνυμα γιά ἐκείνους πού τόν ἀκοῦν. Γιατί δέν τά ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του ὁ Χριστός.
Καί ἔριξε τό δίχτυ ὁ Πέτρος καί βρέθηκαν μέσα στό δίχτυ τόσα ψάρια, πού δέν τά χώραγε τό ἕνα καράβι καί φώναξαν καί δεύτερο. Τελικά, γέμισαν καί τά δύο καράβια τόσο πολύ, ὥστε βυθίζονταν· κινδύνευαν νά βυθιστοῦν.
Φυσικά, ὁ καθένας πού τό ἔβλεπε, δέν μποροῦσε νά τό ἐξηγήσει μέ τή λογική του. Γιατί ἤξερε ὅτι ἕνα δίχτυ, ποτέ δέν πιάνει τόσα ψάρια, πού νά γεμίσει ἕνα καράβι, πολύ περισσότερο δέν εἶναι δυνατόν, ἕνα δίχτυ νά γεμίσει δυό καράβια ψάρια καί μάλιστα, σέ βαθμό πού νά βυθίζονται. Ὅταν ἔχεις λοιπόν λίγο μυαλό, καί μάλιστα ἄν εἶσαι ψαράς, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Πέτρος πού ἤξερε ὅτι ἐκείνη τή στιγμή δέν ἔπρεπε νά βροῦν, οὔτε ψαροουρά, ἀρχίζεις καί καταλαβαίνεις τί σημαίνει Χριστός.
Γι' αὐτό ὁ ἀπόστολος Πέτρος πῆγε στό Χριστό, Τόν προσκύνησε καί Τοῦ εἶπε: «Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ Κύριε, διότι ἐγώ ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι. Κύριε, μή μολύνεσαι μέσα στό δικό μου καράβι. Δέν εἶμαι ἄξιος νά Σέ ἔχω κοντά μου. Ἐσύ εἶσαι ἄλλος ἄνθρωπος, ἐσύ εἶσαι κάτι ἄλλο. Ἀφοῦ καί αὐτά τά ψάρια ὑποτάσσονται στό ὄνομά Σου, στό λόγο Σου… Τί δουλειά ἔχεις στό δικό μου καράβι; Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμί, Κύριε».

Θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας καί θεμέλιο τῆς ζωῆς μας
Γι' αὐτά τά λόγια τοῦ πανευφήμου Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ Χριστός τόν ὀνόμασε «πέτρα τῆς πίστεως καί θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας». Γιατί αὐτά τά λόγια εἶναι «ἡ πέτρα τῆς πίστεως καί τό θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας». Ἡ συναίσθηση δηλαδή ὅτι, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἴμαστε μικροί, ταπεινοί, ἁμαρτωλοί καί ἀνάξιοι. Ὅποιος αὐτά δέν τά σκέφτεται καί δέν τά ζεῖ μέσα στήν ψυχή του, στή συνείδησή του, στό μυαλό του, ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἀκόμα δέν ἔχει πατήσει στό θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας.
Δέν ἔχει βρεῖ τήν πέτρα τῆς πίστεως, πού ὅποιος χτίζει πάνω της τό σπίτι του, ὅσες μπόρες καί νά ρθοῦν, δέν θά τό σείσουν καί δέν θά τό γκρεμίσουν ποτέ. Γιατί ὅπου εἶναι ὁ Χριστός, ἐκεῖνο «τό σπίτι», δέν εἶναι πιά χτισμένο στήν ἄμμο, ἀλλά στήν πέτρα, στό βράχο, πού λέγεται Ἰησοῦς Χριστός καί ἐπίγνωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἄκουσε ὁ Χριστός τήν ὁμολογία τοῦ Πέτρου καί γέμισε ἡ καρδιά Του χαρά. Ὁ Χριστός, δέν τό λέει τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά αὐτό ὑποννοεῖται στά λόγια, πού ἀκολούθησαν, εἶπε μέσα Του: «Νά ὁ ἄνθρωπος, πού ψάχνω νά βρῶ». Γι’ αὐτό, τοῦ εἶπε: «Μή φοβοῦ, δέν θά φύγω ἀπό κοντά σου, ὅταν ἔχεις τέτοιες σκέψεις μέσα σου καί τέτοιο φρόνημα. Δέν θά φύγω ἀπό κοντά σου, ποτέ. Καί ὄχι μόνο, δέν θά φύγω ἀπό κοντά σου, ἀλλά θά σέ ἔχω, ὄχι ἁπλῶς φίλο μου, γνωστό μου ἀγαπητό μου, ἀλλά τό κυριότερο, ὄργανο τῆς ἐκτελέσεως τοῦ θελήματός μου πάνω στόν κόσμο καί γιά ὅλο τόν κόσμο. «Μή φοβοῦ, ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν».
«Σέ προβιβάζω», τοῦ λέει. «Σέ προβιβάζω ἀπό ψαρά ψαριῶν, ἀλόγων καί ἀφώ-νων, καί σέ κάνω νά γίνεις ψαράς ἀνθρώπων. Καί ἀντί νά ψαρεύεις γιά τό τηγάνι, θά πιάνεις λογικά ψάρια γιά τήν αἰώνιο Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί γιά τήν ἀτελεύτητη εὐτυχία, κοντά στόν Ἐπουρά-νιο Πατέρα καί Θεό».
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, πού κατάλαβε μέ ποιόν εἶχε νά κάνει, ἄφησε τά πλοῖα, τά δίχτυα, τόν πατέρα του καί τή μητέρα του· τά πάντα ἄφησε καί ἀκολούθησε τό Χριστό. Ἀπό κεῖ καί πέρα, ξέρουμε πόσο τυχερός ἦταν. Καί πόσο τυχερή ἔγινε ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη, πού πλούτησε ἀπό τόν Ἀπόστολο Πέτρο, τόν κορυφαῖο τῶν Ἀποστόλων, τήν πέτρα καί τό θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀλλά καί τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, πέτρα καί θεμέλιο τῆς ζωῆς του, ἦταν τά λόγια: «ἔξελθε ἀπό ἐμοῦ Κύριε, ὅτι ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμί, ἐγώ». Δέν εἶμαι ἄξιος νά εἶμαι κοντά σου.
Καί τί παράξενο πράγμα! Ὁ Χριστός τοῦ ἔδωσε τίς δωρεές μέ τό τσουβάλι. Τόν ἔκανε Ἀπόστολο. Τόν ἔκανε Πρωτοκορυφαῖο. Τοῦ ἔδωσε τόσες χάρες, πού ὅταν τίς σκέφτεται κανείς, λέγει: «ὑπάρχει ἐνδοξότερος καί μεγαλύτερος ἄνθρωπος ἀπό τόν Ἀπόστολο Πέτρο, μετά ἀπό τήν Παναγία καί τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο»;
Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι: «Ὄχι! Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερος ἄνθρωπος ἀπό τόν Ἀπόστολο Πέτρο».
Καί ὅμως. Τί βλέπομε; Ἔρχεται τό τελευταῖο δῶρο στόν ἀπόστολο. Νά σταυρω-θεῖ. Γιά τό Χριστό. Ὁ Χριστός τοῦ τό εἶχε πεῖ: «Θά πεθάνεις μέ δόξα. Θά πεθάνεις μέ δόξα». «Τοῦτο δέ ἔλεγε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τόν Θεόν». Τοῦ τό προεῖπε ὅτι θά τόν σταυρώσουν. Γιατί ποιά μεγαλύτερη δόξα, ἀπό τό νά μιμηθεῖ κανείς τόν θάνατο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ;
Ἔτσι ὅταν πῆγαν οἱ εἰδωλολάτρες νά τόν σταυρώσουν, δηλαδή νά τόν δοξάσουν, ὁ ταπεινός Ἀπόστολος Πέτρος, πού ἤξερε ὅτι δέν εἶναι ἄξιος νά λέγεται φίλος τοῦ Χριστοῦ, οὔτε μαθητής Του, γιατί εἶναι ἁμαρτω-λός, τούς εἶπε: «Δέν κάνει ἐγώ νά μα-γαρίσω τό Σταυρό, νά σταυρωθῶ ὅπως ὁ Κύριός μου. Σταυρῶστε με κατωκέφαλα, νά μή βλέπω τή γῆ, ἀλλά νά βλέπω ἐπάνω ἐκεῖ πού στέκει καθήμενος ἐπί τοῦ θρόνου Του, ὁ Σωτή-ρας μας Ἰησοῦς Χριστός. Καί νά θυμᾶμαι τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς,».
Αὐτά τά λόγια ἔχουν πάντοτε ἐπικαιρότητα, ἰδιαίτερα ὅταν τελοῦμε τά μνημό-συνα τῶν κεκοιμημένων καί παρακαλοῦμε τόν Θεό νά τούς δώσει ἄφεση, εὐτυχία, εἰρήνη καί χαρά στή Βασιλεία Του.

Τό δίκτυο διανομῆς τοῦ ζωντανοῦ νεροῦ
Θά προσθέσουμε καί κάτι ἀκόμη. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς.
Εἶναι σάν νά λέμε ἡ πηγή, πού βγαίνει στόν Ἅγιο Γεώργιο, τό χωριό. Ἀπό ἐκεῖ δι-ακλαδίζεται καί παίρνουν τό νερό μεγάλοι ἀγωγοί γιά νά τό μεταφέρουν σέ πόλεις καί χωριά. Οἱ μεγάλοι ἀγωγοί, τῆς χάριτος καί τοῦ ἐλέους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ Ἅγιοι πανεύφημοι Ἀπόστολοι καί οἱ διάδοχοί τους, οἱ ἁγιώτατοι Πατριάρχες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Μικρότεροι ἀγωγοί, πού μοιράζουν στόν κόσμο νερό εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Καί ἀπό αὐτούς ἀγωγούς παίρνουν «νερό» μικρές σωλῆνες, οἱ ὁποῖες πηγαίνουν τό νερό, τό ὕδωρ τῆς ζωῆς, στό σπίτι τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Αὐτοί εἶναι οἱ εὐλαβέστατοι ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἱερατεύουν στίς διάφορες ἐκκλησίες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καταλάβει ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός καί ἔχει ἀνάγκη ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὁμολογεῖ σάν τόν Πέτρο: «Δέν εἶμαι ἄξιος, δέν εἶμαι ἄξιος». Καί ὁ Χριστός τότε τοῦ λέει: «Ἔλα κοντά μου, παιδί μου. Ἔτσι σέ θέλω». Τέτοια μυαλά πρέπει νά ἔχουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι δέν εἶναι ἴσα μέ τόν Θεό, ὅτι εἶναι ταπεινοί καί ἀνάξιοι ἐνώπιόν Του, καί μάλιστα ὅταν εἶναι παραβάτες τοῦ θελήματός Του.
Καί τότε ὁ ἄνθρωπος παίρνει τό ποτήρι τῆς ψυχῆς του καί πηγαίνει στήν Ἁγία Ἐκκλησία γιά νά πάρει ἀπό τά χέρια τοῦ ἱερέα, τουτέστι ἀπό τήν πηγή, τῆς χάριτος καί τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, τό ὕδωρ τῆς ζωῆς. Εἴτε μέ τήν εὐλογία τοῦ ἱερέα, εἴτε μέ τό ἀντίδωρο, εἴτε μέ τήν ἐξομολόγηση, εἴτε μέ τήν ὁποιαδήποτε εὐχή καί προπαντός μέ τό ὕδωρ τῆς ζωῆς, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μᾶς θέλει ὅλους ψαράδες
Ὁ Κύριος μας, θέλει πρῶτα οἱ ἱερεῖς νά εἶναι ἁλιεῖς ἀνθρώπων.
Ἀλλά σέ κάποιο βαθμό, τό θέλει καί ἀπό ὅλους τούς χριστιανούς.
Οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νά λένε σέ φίλους καί γνωστούς: «Κατάλαβε ἀδελφέ μου ποιά εἶναι ἡ σχέση σου μέ τό Θεό. Ἄκουσε τά λόγια τοῦ πανευφήμου Ἀποστόλου Πέτ-ρου, «ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμί, Κύριε».
Δέν ταιριάζουν καί σέ σένα;
Θά τό καταλάβεις ὅτι αὐτά εἶναι τό θεμέλιο καί ἡ πέτρα τῆς Ἐκκλη-σίας καί τῆς ζωῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου;
Θά στηριχθεῖς στό Χριστό;
Θά τόν κρατήσεις κοντά σου μέ τήν μετάνοια;
Ἄν τό κάνεις, τότε πᾶρε τό ποτήρι τῆς ψυχῆς σου καί πήγαινε ἐκεῖ πού ρέει τό ὕδωρ τῆς ζωῆς γιά νά πιεῖς. Ἀλλοῦ δέν θά βρεῖς. Ἤ, ἄν βρεῖς, δέν θά εἶναι ὕδωρ ζωῆς».
Ἄς ἀκούσουμε τό μήνυμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἄς φροντίσουμε νά χορτάσουμε ἀπό τό ὕδωρ τῆς ζωῆς πού μόνο αὐτός μᾶς δίνει. Ἀμήν.-

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία στήν Παναγία τῶν Ξένων στίς 22/9/1991