Η θεραπεία του δαιμονιζομένου των Γεργεσηνών

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 8, 26-39)

1. Φῶς σέ νοῦ καί καρδιά
Πρίν διαβάσουμε τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο, στήν Λειτουργία, κάνουμε μιά προσευχή, στήν ὁποία παρακαλοῦμε τόν Κύριο νά φωτίσει τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας γιά νά καταλάβουμε τά νοήματά του.
Γιατί ὅμως λέμε στόν Χριστό νά φωτίσει νοῦ καί καρδιά; Δέν φτάνει νά εἶναι φωτισμένος ὁ νοῦς μόνο;
Αὐτό εἶναι ἕνα λάθος. Τό Εὐαγγέλιο δέν τό καταλαβαίνουν καλά, ἐκεῖνοι πού ἔχουν πολύ νοῦ, πολλή ἐξυπνάδα. Ἀλλά, τό καταλαβαίνουν ἐκεῖνοι πού ἔχουν φωτεινό νοῦ, ἀλλά ταυτόχρονα καί ἁγιασμένη καρδιά.
Βάση τοῦ ἁγιασμοῦ τῆς καρδιᾶς, εἶναι πάντοτε ἡ ταπείνωση.

2. Ὁ Χριστός τόν ἀποκαλύπτει
Ἀκούσαμε, στό Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός, τό φῶς τοῦ κόσμου, πῆγε σέ μιά πόλη τῆς Ἰουδαίας πού λεγόταν Γάδαρα. Ἐκεῖ βρῆκε ἕνα δαιμονισμένο. Ὁ ὁποῖος ὅταν εἶδε τόν Χριστό ἄρχισε νά φωνάζει. Ποιός φώναζε; Ὄχι ὁ ἄνθρωπος ἀλλά τό δαιμόνιο μέσα ἀπό τόν ἄνθρωπο. «Τί ἐμοί καί σοί, Ἰησοῦ Υἱέ τοῦ Θεοῦ;», ἔλεγε. «Ἦλθες ὧδε πρό καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; Οἶδα Σέ τίς εἶ». Σέ ξέρω ποιός εἶσαι. Εἶσαι ὁ Ἅγιος του Θεοῦ.
Ἔλεγε δηλαδή τό δαιμόνιο: «Μεταξύ ἐμοῦ καί Σοῦ, Ἰησοῦ Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ὑπάρχει χάος, ἀπόσταση, φοβερή ἀπόσταση. Δέν ἔχουμε καμιά σχέση».
«Τί ἐμοί καί σοί;» Τί ἤθελε νά πεῖ μέ αὐτό;
Μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ διαβόλου δέν ὑπάρχει καμιά ἐπικοινωνία. Καί ἀκόμη, ὅτι ὁ Χριστός ἔχει τήν δύναμη, τήν ἐξουσία, ὅποτε θέλει, νά τόν συντρίψει. «Ἦλθες ὧδε, πρό καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς:»
Ξέρει, ὁ διάβολος, ὅτι κάποια ἡμέρα θά τιμωρηθεῖ. Γι' αὐτό λέγει: «πρό καιροῦ», αὐτή τήν στιγμή θά μᾶς τιμωρήσεις;
Εἴπαμε ὅτι δέν ὑπάρχει καμία σχέση μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τῶν δαιμονίων. Καί τώρα, λέει ὁ διάβολος: «σέ ξέρω ποιός εἶσαι ἐσύ. Εἶσαι ὁ Ἅγιος του Θεοῦ». Ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ἅγιος, ἐκεῖνος πού μιλάει, ποιός εἶναι; Εἶναι τό ἀντίθετο τοῦ «Ἁγίου;» Εἶναι ὁ γεμάτος πονηρία, κακία, πάθη, διαστροφή.
Βλέπετε; Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ, κάνει τόν διάβολο νά μιλάει.
Προηγουμένως τό εἶχε κλειστό τό στοματάκι του. Γι’ αὐτό καί οἱ ἄνθρωποι νόμιζαν πώς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἦταν τρελλός. Ἀλλά ἀπό τήν στιγμή πού ἔρχεται ὁ Χριστός, τό δαιμόνιο μιλάει.
Ἔχετε πάει στήν Κεφαλληνία στόν Ἅγιο Γεράσιμο; Γιά νά ἀκούσετε πῶς φωνάζουν οἱ δαιμονιζόμενοι ὅταν περνάει, ὄχι ὁ Χριστός, ἀλλά τί; Τό νεκρό λείψανο ἑνός ἀνθρώπου, δούλου τοῦ Χριστοῦ;
Καί κάτι ἀκόμη περισσότερο. Σᾶς ἔχει τύχει, νά εἴσαστε μπροστά ὅταν πᾶνε δαιμονισμένο σέ παπά νά τόν διαβάσει; Ἔχετε δεῖ πῶς κάνει τό δαιμόνιο, ἀπό τήν στιγμή πού θά τοῦ βάλει ὁ παπάς τό πετραχήλι ἐπάνω στό κεφάλι; Σάν σκυλί. Γιατί; Γιατί βρίσκεται μπροστά, ὄχι στόν Ἅγιο τοῦ Θεοῦ, τόν Χριστό, ἀλλά σέ ἕνα ἐντολοδόχο Του. Σέ ἕναν, πού κρατάει στό χέρι του τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ, τόν Τίμιο Σταυρό καί τήν ἱερωσύνη Του.

3. Ἡ μεγαλύτερη παγίδα τοῦ διαβόλου
Ἴσως λέει κανείς: «Μπά, ὁ διάβολος μιλάει; Ὑπάρχει διάβολος; Τόν εἶδες ἐσύ ποτέ σου τόν διάβολο;» Βέβαια, ἐσύ, ἀδελφέ μου, μπορεῖ νά μήν τόν εἶδες ποτέ, ἀλλά ἄλλοι τόν εἶδαν. Καί ἐκεῖνοι ξέρουν ὅτι ὑπάρχει. Ἀλλά νά προσθέσουμε κάτι ἄλλο.
Στό Εὐαγγέλιο, ἀκούσαμε τόν διάβολο νά μιλάει. Δέν φαίνεται βέβαια ὁ ἴδιος. Ἕνας ἄνθρωπος φαίνεται, ἀλλά μιλάει ὁ διάβολος.
Λέμε μερικές φορές: «Ὁ διάβολος εἶναι προσωποποίηση τῆς κακίας. Καί μερικοί ἀδύνατοι, κουτοί ἄνθρωποι τοῦ παρελθόντος, ἀπό τόν μεσαίωνα, τήν κακία τήν προσωποποίησαν καί τήν ἔκαναν διάβολο».
Ἐρώτημα ὅμως: Εἴδατε, ποτέ, τίποτε τό προσωποποιημένο νά μιλάει; Ἕνα μικρό παιδάκι, μιλάει στήν κούκλα του, στά στρατιωτάκια του καί σέ ὁτιδήποτε ἄλλο ἔχει. Τούς μιλάει τό παιδάκι, τοῦ μιλᾶνε ἐκεῖνα;
Ἔχετε δεῖ κανένα μεγάλο ἄνθρωπο, λογικό, νά μιλάει μέ τίς κοῦκλες καί μέ τά στρατιωτάκια; Ὄχι, γιατί λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ὅταν πιά ἔγινα ἄνδρας σταμάτη-σα τά παιδιακίστικα καμώματα».
Μήπως πάλι εἴδατε ποτέ ἄνθρωπο νά μιλάει στόν κεραυνό; Νά μιλάει στήν βροντή; Στό χαλάζι; Νά μιλάει σέ καμιά δύναμη, σέ καμιά ἀφηρημένη ἔννοια; Καί ἄν μιλήσει, εἴδατε ποτέ νά τοῦ ἀπαντήσουν; Ἀλλά ἐδῶ ὁ διάβολος μιλάει. Μίλησε τότε, μιλάει καί τώρα. Ἁπλῶς χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος νά ἔχει, τί; Ἤ μάτια καί αὐτιά νά τόν ἀκούσει ὁ ἴδιος, ἤ νά πιστεύει σέ ἐκείνους πού τόν ἄκουσαν μέ τά ἴδια τους τά αὐτιά καί τόν εἶδαν. Ὅπως ἀκριβῶς πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχει λύκος, πού ἴσως στήν ζωή μας δέν τόν εἴδαμε ποτέ, ἀλλά ξέρουμε ὅτι ὑπάρχει γιατί τόν εἶδε κάποιος ἄλλος.
Λένε οἱ ἅγιοι πατέρες:
Ἡ μεγαλύτερη παγίδα τοῦ διαβόλου εἶναι νά πείσει τούς ἀνθρώπους ὅτι δέν ὑπάρχει. Γιατί; Ἡ ἀπάντηση εἶναι πολύ ἁπλή.
Ἔχετε ἀκούσει ποτέ δολοφόνο, νά πηγαίνει στά ἀνοιχτά;
Ὅλοι, ὅσοι ἐργάζονται τό κακό, πηγαίνουν ὕπουλα. Κλέφτες, λωποδύτες, φονιά-δες κ.λ.π. πηγαίνουν ὕπουλα. Ποτέ μεσημέρι, καί ποτέ ἀφοῦ προηγουμένως φωνάξουν τήν Ἀστυνομία καί ἑτοιμάσουν τούς ἀνθρώπους νά τούς ἀντιμετωπίσουν. Προηγουμέ-νως εἴπαμε, ὅτι δέν ἔχει καμία σχέση ὁ διάβολος μέ τόν Χριστό. Ὁ Χριστός εἶναι «ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ». Καί αὐτός εἶναι τό ἄκρο ἀντίθετο. Πῶς εἶναι δυνατόν ὁ μεγαλύτερος κακοποιός, νά πηγαίνει στά φανερά;
Ἀπό ποῦ φωτιζόμαστε στά πνευματικά;
Ὅταν θέλουμε νά μάθουμε ἀστρονομία, παίρνουμε ἕνα βιβλίο, ἑνός καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, γιά τά ἀστέρια καί τό διαβάζομε. Ὅταν θέλουμε νά μάθουμε Γεωλογία, θά πάρουμε ἕνα ἄλλο βιβλίο, πού θά μιλάει γιά τήν γῆ. Εἶναι ποτέ λογικό, νά πάρεις τόν ἀστρονόμο ὁδηγό γιά τά πρόβατα, καί τόν γεωπόνο ὁδηγό γιά κάποια σου ἀρρώστια;
Κατά τόν ἴδιο τρόπο, δέν εἶναι καθόλου λογικό νά ρωτᾶμε ἀνθρώπους, πού δέν ἔχουν καμία σχέση μέ τά πνευματικά, μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μέ τόν Χριστό, γιά νά μᾶς ποῦν, ἄν ὑπάρχει διάβολος. Καί ἀκόμα περισσότερο δέν εἶναι λογικό νά ρωτᾶμε τόν ἴδιο τόν διάβολο νά μᾶς πεῖ «ἄν ὑπάρχει διάβολος». Καί γιά νά τό κάνουμε πιό λιανά, δέν εἶναι σωστό νά πάρουμε ἄνθρωπο, πού ἔχει μέσα του τόν διάβολο καί μιλάει μέσα ἀπό τό στόμα του ὁ διάβολος, νά μᾶς πεῖ: «ὑπάρχει διάβολος, ἤ ὄχι;»
Γιατί τά τονίζουμε αὐτά; Ἦταν ἀνάγκη νά μιλᾶμε τόση ὥρα γιά τόν διάβολο; Θά ἐξηγήσουμε τό γιατί. Εἴδατε τί εἶπε ὁ διάβολος; «Ἦλθες πρό καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; Οἴδαμέν τις εἶ, ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ». Σέ ξέρω ποιός εἶσαι. Ἦρθες νά μᾶς βασανίσεις «πρό καιροῦ», πρίν τῆς ὥρας μας;
Τί σημαίνουν αὐτά τά λόγια;
Σημαίνει πώς ὁ διάβολος πάει γιά τήν κόλαση. Καί ὅτι ὁπωσδήποτε κάποια ἡμέρα θά βασανιστεῖ. Ὅσο λοιπόν πιστεύει κανείς ὅτι ὑπάρχει διάβολος, τόσο πιστεύει καί ὅτι ὑπάρχει κόλαση καί μετά θάνατον ζωή. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος, πάρει ἕνα σφουγγάρι καί σβήσει ἀπό τό κεφάλι του τήν σκέψη, ὅτι ὑπάρχει διάβολος, ξεχνάει καί ὅτι ὑπάρχει μετά θάνατον ζωή. Καί ὅταν ξεχάσει ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὑπάρχει μετά θάνατον ζωή, τότε τί κάνει;
Σκέφτεται: «Μπά, ὑπάρχει Θεός; Ὑπάρχει ἀνώτερη δύναμη;»
Καί ἀπαντᾶ: «Ἔ, ἄς ὑπάρχει. Καί ἄν ὑπάρχει καλά κάθεται ἐκεῖ ἐπάνω. Ἄσε με ἐμένα στήν ἡσυχία μου. Γιατί ἀφοῦ δέν ὑπάρχει μετά θάνατον ζωή καί δέν ὑπάρχει φόβος τιμωρίας, τί μᾶς ἐνδιαφέρει ἐμᾶς, ἄν ὑπάρχει Θεός καί ἄν κάθεται ἐκεῖ πάνω;»
Ἀλλά, ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, τί γίνεται;
Λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, πού πρέπει νά τήν διαβάζουμε γιά νά φωτιζόμαστε, γιά νά ἀνοίγουν τά μάτια μας. Καί πρίν νά τήν διαβάζουμε νά παρακαλοῦμε τόν Χριστό νά μᾶς ἀνοίξει τά μάτια, νοῦ καί καρδιά, γιά νά τήν καταλάβουμε: Στούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους θά ἔρθει ἡ ἡμέρα τῆς Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ «ὡς κλέπτης ἐν νυκτί» Ὅπως ὁ κλέφτης τά μεσάνυχτα, πάει στό σπίτι καί βρίσκει τό νοικοκύρη νά κοιμᾶται μακαρίως καί τόν κλέβει, καί ξυπνάει τό πρωί καί βρίσκει τό σπίτι του γυμνό, ἔτσι θά ἔρθει ἡ ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Καί μερικοί ἄνθρωποι θά κοιμοῦνται. Μπορεῖ βέβαια νά κοιμᾶται κανείς ὅταν θά ἔρθει ἡ Δευτέρα Παρουσία. Νά κοιμᾶται σωματικά. Θά τόν ξυπνήσει ὁ Χριστός... Ἀλλοίμονο σ’ ἐκεῖνον, πού τήν ὥρα πού θά γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία θά κοιμᾶται, ὄχι σωματικά, ἀλλά πνευματικά. Γιατί ἐκεῖνον θά τόν βρεῖ στό σκοτάδι «ὡς κλέπτης ἐν νυκτί».

4. Προσοχή στή λεπτομέρεια
Ἕνας πρωθυπουργός τῆς Ἀγγλίας, ὁ Γλάδστων, ἔλεγε: «Ὁ διάβολος, ὅσο προσπαθεῖ νά κάνει κακό, παρουσιάζεται σάν μικρόβιο. Σάν ἕνα τίποτα. Ἀλλά ἀφοῦ κατορθώ-σει καί σέ κάνει νά κάνεις ἐκεῖνο πού θέλει, τότε γίνεται λιοντάρι. Ἤ μᾶλλον νά τό ποῦμε μέ μιά ἄλλη εἰκόνα, μοιάζει σάν τήν γάτα πού ἔχει πιάσει τό ποντίκι στά νύχια της καί παίζει. Τό ἀμπολάει, τό ξαναπιάνει καί ὅποτε θέλει τό τρώει. Γίνεται πιά τύραννος».
Πῶς γίνεται ὁ διάβολος στόν ἄνθρωπο παράσιτο πρῶτα καί τύραννος, μετά; Εἶναι ἕνα μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἔρχεται καί μᾶς λέει: «Βρέ χριστιανέ μου, μέ σοβαρά πράγματα νά ἀσχολεῖσαι. Μέ τοῦτες ἐδῶ τίς λεπτομεριοῦλες δέν ἀξίζει τόν κόπο».
Καί σιγά- σιγά τί γίνεται;
Ἀρχίζει ὁ ἄνθρωπος ἀπό κάτι τό πολύ μικρό. Τοῦ ἀρέσει, δικαιολογεῖ τόν ἑαυτό του ὅτι εἶναι τιποτένιο πράγμα, καί μετά τοῦ ἀρέσει κάτι τό μεγαλύτερο καί πηγαίνει ὅλο καί χειρότερα. Κλέβει πρῶτα τό αὐγό, συνηθίζει· καί μετά κλέβει τήν κότα. Μετά τό ἀρνί, ὔστερα τό βόδι καί μετά κλέβει ὁλόκληρη τήν τράπεζα τῆς Ἑλλάδος. Ἔτσι μπαίνει τό κακό στόν ἄνθρωπο.
Γι’ αὐτό ἀκριβῶς λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Ἐκεῖνος πού δέν φοβεῖται τά μικρά σιγά-σιγά θά πέσει καί σέ μεγάλες ἁμαρτίες».
Ποιό εἶναι τό δίδαγμα; Ἐκεῖνο πού λέγει, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Σταθεῖτε πάνω ἀπό τήν καρδιά σας μέ τό ντουφέκι. Φρουροί ἄγρυπνοι καί μήν ἀφήνετε νά μπεῖ, μέσα στήν καρδιά σας κακός λογισμός, κακή σκέψη, κακή ἀπόφαση. Καί μήν ἀφήνετε τήν καρδιά σας νά ἀγαπήσει τέτοια πράγματα, γιατί θά σᾶς φθείρουν».
Ἅς παρακαλέσουμε τόν Κύριό μας νά μᾶς φωτίζει μέ τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο του, γιά νά εἴμαστε μακριά ἀπό κάθε κακό καί νά κάνουμε, ὅσο μποροῦμε τά εὐάρεστα ἐνώπιόν του. Ἀμήν.-

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία πού ἔγινε τό 1998