Η θεραπεία της συγκυπτούσης

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 13, 10 - 17)

1. Τά φαινόμενα ἀπατοῦν
Ἀκούσαμε στό ἅγιο Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Κύριος εἶχε πάει σέ ἕνα χωριό τῆς Παλαιστίνης. Ἦταν Σάββατο, γιόρταζαν οἱ Ἑβραῖοι καί ἦταν μαζεμένοι στήν συναγωγήν τους, δηλαδή στήν Ἐκκλησία τους. Ἐκεῖ ὁ Κύριος ἔκανε τό κήρυγμά του. Τήν ὥρα πού μιλοῦσε, τά μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ἡ προσοχή τους, εἶχαν καρφωθεῖ στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί στόν λόγο του. Καί ὅπως ἦταν φυσικό τόν πρόσεχαν μέ τήν ἐπιθυμία νά ἀκούσουν ὅτι καλύτερο καί περισσότερο μποροῦσαν γιά νά ὠφεληθεῖ ἡ ψυχή τους.
Ἀλλά ξαφνικά κάτι ἄλλο τράβηξε τήν προσοχή τους καί ξέχασαν ἐντελῶς τόν λό-γο τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ἐκεῖ μία γυναίκα ἡ ὁποία φαινόταν νά μήν ἔδινε καμία σημασία στά ὅσα ἔλεγε ὁ Χριστός. Ἦταν σκυμένη κάτω καί φαινόταν ἐντελῶς ἀδιάφορη. Ὅπως ἐπί παραδείγματι στήν ὥρα τῆς Λειτουργίας νά κάθεται κάποιος ἄνθρωπος, νά ἔχει βάλει τό ἕνα πόδι πάνω στό ἄλλο καί νά κρατᾶ τεμπέλικα τό κεφάλι του. Τί θά ἔκαναν οἱ ἄλλοι; Θά γύριζε πρῶτα ἕνας νά τόν δεῖ καί μετά ὅλοι θά ἔστρεφαν σιγά-σιγά τήν προσοχή τους πρός τά ἐκεῖ καί θά ἔλεγαν: «Μά τί κάνει αὐτός ὁ ἄνθρωπος; Ἔχει ἐπίγ-νωση ποῦ βρίσκεται; Γιατί κάθεται ἔτσι αὐτή τήν ὥρα μέσα στήν Ἐκκλησία; Καί προπα-ντός τήν ὥρα πού ἀκούγεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ;»
Ἀλλά ἀπορία αὐτή τῶν Ἑβραίων, γρήγορα διασαφηνίσθηκε, γιατί εἶπαν ὅσοι ἤξε-ραν: «Ξέρετε, αὐτή ἡ γυναίκα δέν κάθεται ἔτσι ἀπό καταφρόνηση. Ἀλλά εἶναι καμπού-ρα, εἶναι συγκύπτουσα. Ἔχει ἀσθένεια. Εὑρίσκεται σέ αὐτή τήν κατάσταση καί δέν μπορεῖ νά σηκώσει τό κεφάλι της πρός τά ἐπάνω ἐδῶ καί δεκαοχτώ χρόνια». Γιατί; Ποιός νά τό ξέρει; Μερικοί λένε: «Δαιμόνιο τήν ἔχει πιάσει καί τήν ἔχει φέρει σ’ αὐτή τήν κατάσταση. Ἀλλά εἶναι δεκαοχτώ ὁλόκληρα χρόνια. Καί ὑποφέρει καί ταλαιπωρεῖ-ται».
Ἄν προσπαθήσει κανείς νά μπεῖ μέσα στή καρδιά ἑνός πονεμένου ἀνθρώπου δύσκολα θά τό καταφέρει ἐάν δέν ἔχει καί ὁ ἴδιος πονέσει. Γιατί συνήθως καταλαβαί-νομε μόνο τόν δικό μας πόνο. Τῶν ἄλλων τόν πόνο, προσπαθοῦμε νά τόν καταλάβομε, μόνο συγκρίνοντάς τον μέ ἀνάλογο πόνο δικό μας. Ἀλλά ποιός μπορεῖ ἔτσι νά μετρή-σει τόν πόνο τοῦ ἄλλου;
Καί ὅταν μάλιστα, κολλάει ὁ λογισμός τοῦ ἀνθρώπου στήν ἀρρώσ-τια του, γίνεται ἀκόμα χειρότερος ὁ πόνος, ὅπως τό ξέρουμε ἐκ πείρας, ἀκόμη καί ἀπό τιποτένια πράγ-ματα πού μᾶς συμβαίνουν.

2. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί ἡ τρέλλα τῶν ἀνθρώπων
Ὁ Χριστός ὁ φιλεύσπλαχνος καί πολυέλαιος εἶδε τήν συγκύπτουσα καί τήν λυπή-θηκε. Ἐμεῖς λέμε, τώρα: «ποιός δέν θά τή λυπόταν, σ’ αὐτήν τήν κατάσταση, μιά τέτοια γυναίκα;» Ἀλλά δέν εἶναι ἔτσι. Μερικοί δέν τήν λυπόταν καθόλου. Ὁ Κύριός μας ὅμως, ὁ πολυεύσπλαχνος τήν λυπήθηκε. Καί τῆς εἶπε: «γύναι ἀπολέλυσαι ἀπό τῆς ἀσθενείας σου». Δηλαδή, σέ ἀπολύω, ἀπολύεσαι ἀπό τίς ἁμαρτίες καί ἀπό τήν ἀσθένειά σου.
Οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι, πού ἦταν ἐκεῖ, ἔχοντας μιά ἐντολή, πού ἔλεγε, ὅτι δέν κάνει οἱ ἄνθρωποι νά τρέχουν στούς γιατρούς καί οἱ γιατροί στούς ἀρρώστους, τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, δηλαδή τήν ἀργία, τή θρησκευτική ἑορτή, βλέποντας ὅτι ἔγινε μία θεραπεία μπροστά τους, εἶπαν ἐξοργισμένοι: «Παράβαση τοῦ νόμου!»
Ἀντί νά εὐχαριστηθοῦν, στενοχωρήθηκαν. Τά ἔβαλαν μέ τό Χριστό καί μέ τή συγ-κύπτουσα. Καί ἄρχισαν νά γκρινιάζουν μέ πεῖσμα καί μέ πικρία καί μέ κακία. «Ἕξι μέ-ρες ἔχομε», ἔλεγαν, «νά κάνουμε τίς δουλειές μας, ἔτσι λέει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Τίς ἕξι μέρες, πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά φροντίζει νά κάνει τίς δουλειές του καί τήν ἡμέρα τήν ἑβδόμη νά τήν ἀφιερώνει στό Θεό, στή λατρεία τοῦ Θεοῦ καί νά πηγαίνει στήν ἐκκλη-σία νά προσευχηθεῖ».
Ἐρώτημα: «Καλά καί τί εἶχε κάνει ἡ συγκύπτουσα; Δέν βρισκόταν μέσα στήν ἐκκ-λησία; Δέν προσευχόταν; Δέν εἶχε πάει στήν ἐκκλησία νά προσευχηθεῖ; Συνεπῶς, τά λόγια τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, τί ἔκρυβαν καί τί νόημα εἶχαν;
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, κινούμενοι ἀπό ἕνα κακῶς ἐννοούμενο ζῆλο, καί ἐπειδή δέν φρόντιζαν μπαίνοντας μέσα στήν ἐκκλησία, νά γίνεται ἡ καρδιά τους «ἐκκλησία» καί «οὐρανός», νά μπαίνει μέσα στήν καρδιά τους ὁ Χριστός, τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ἡ ἀλήθεια καί τό φῶς καί ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοῦ καί ἐπειδή ἀκόμη δέν νοιάζονταν νά γεμίζουν ἀπό ἀγάπη, εὐσπλα-χνία καί καλοσύνη, ἔκαναν τό λάθος.
Καί ὅποιος ἀπό τούς σημερινούς ἀνθρώπους, κάνει τό ἴδιο δηλαδή «πηγαίνει στήν ἐκκλησία», ἀλλά δέν φροντίζει νά γεμίζει καλοσύνη, ἀγά-πη καί Πνεῦμα Χριστοῦ, κά-νει τό ἴδιο λάθος. Δέν εἶναι τῆς Ἐκκλησίας οὔτε τοῦ Θεοῦ τό λάθος. Γι' αὐτό τούς διορ-θώνει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός καί τούς λέγει: «Μέσα στήν Ἁγία Γραφή, στό λόγο τοῦ Θεοῦ, γράφει ὁ Μωυσῆς: ’’ἀπαγορεύονται ὅλες οἱ δουλειές τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ἀλλά ἐπιτρέπονται μερικές’’».
Ποιές εἶναι αὐτές; Νά λύνει κανείς τό βόδι του καί τό γάϊδαρό του καί νά τά πάει νά τά ποτίσει.
Ἐρώτημα: Θά πάθαιναν τίποτε, τά ζῶα, ἅμα δέν θά τά πότιζαν τό Σάββατο, τήν ἡμέρα τῆς ἀργίας; Ἀπολύτως τίποτα τό σπουδαῖο δέν θά πάθαιναν. Ἀλλά τό νεράκι τό ζητοῦν τά ζῶα. Καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι εὔσπλαχνος καί στά ζῶα, ἀκόμα.
Τούς λέγει λοιπόν ὁ Χριστός: «Βρέ, εὐλογημένοι ἄνθρωποι, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ λέει: ‘’νά κάνετε ἕναν κόπο τό Σάββατο, ἡμέρα ἀργίας ἀφιερωμένη στό Θεό, νά λύσετε καί νά ποτίσετε τό γάιδαρο καί τό βόδι’’. Καί αὐτή ἐδῶ ἡ γυναίκα, πού δέν εἶναι, οὔτε βόιδι, οὔτε γαϊδούρι, οὔτε ἀγελάδα, ἀλλά θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, δηλαδή ἕνα εὐλογημένο πλάσμα, ἐμεῖς θά λέγαμε ἄνθρωπος βαπτισμένος στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, μιά χριστια-νή, ἕνα ἀθῶο πλάσμα, δέν μπορεῖς νά τό λύσεις ἡμέρα Σαββάτου καί νά τό πᾶς νά τό ποτίσεις λίγη δροσιά, λίγη δροσιά καλοσύνης;
Γιατί ἡμέρα Σαββάτου, δέν αἰσθάνεσαι ἐσύ πού εἶσαι κοντά στό Θεό, μέσα στήν ἐκ-κλησία, κάτω ἀπό τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ, μέ τά λόγια τοῦ Θεοῦ νά ἠχοῦν στά αὐτιά σου καλοσύνη, εὐσπλαχνία, ἀγάπη καί στοργή;

3. Ἀφορμή γιά αὐτοέλεγχο
Πόσες φορές καί ἐμεῖς δέν φερόμαστε μέ τήν ἴδια κακή διάθεση; Καί ἀφήνομε τόν ἑαυτό μας νά βλέπει ἐχθρικά τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτό συμβαίνει ἰδίως, ὅταν τούς κατακρίνομε γιά ὁτιδήποτε ἔκαναν ἤ φανταζόμαστε ὅτι ἔκαναν, ἀντί νά σκεφτοῦ-με ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύνατος καί εὔκολα ἁμαρτάνει. Ἄλλωστε, ὅλοι μας ἔχομε πι-κρή ἐμπειρία, πόσο εὔκολα ξεφεύγει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ καί ἁμαρτά-νει.
Κάποια φορά, ἔγινε μία μεγάλη πείνα στήν Περσία. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι οἱ φτωχοί πέθαιναν ὁ ἕνας ἐπάνω στόν ἄλλον, ἀπό ἔλλειψη φαγητοῦ. Οἱ πλούσιοι ἦταν ὅλοι καλά, γιατί εἶχαν τίς ἀποθῆκες τους γεμάτες. Εἶχαν χρήματα καί τρόφιμα καί εἰ-σοδήματα πολλά στό σπίτι τους. Ὁ βασιλιάς τῆς Περσίας στενοχωρήθηκε ὅταν κατά-λαβε τί γίνεται καί ἔβγαλε διαταγή, πού ἔλεγε: «Ἔτσι καί πεθάνει φτωχός ἀπό πείνα, θά σφάζεται ὁ πλούσιος τῆς γειτονιᾶς του. Τελεία καί παύλα».
Ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνη, δέν πέθανε πιά κανένας φτωχός, μέχρι πού τελείωσε ἡ πεί-να. Καί ὁ μέν βασιλιάς ἐπαινεῖται γιά τήν ἐπινοητικότητά του, ἀλλά οἱ πλούσιοι ἐκεῖνοι ἔμειναν ὅπως καί πρίν. Ἐξακολούθησαν δηλαδή νά σκέπτονται μόνο τόν ἑαυτό τους. Πρίν τήν διαταγή δέν ἔδιναν τίποτε ἀπό μόνοι τους. Τά κρατοῦσαν ὅλα γιά τόν ἑαυτό τους. Καί μετά δέν ἔδιναν στούς φτωχούς ἀπό καλοσύνη καί ἀπό ἀγάπη, ἀλλά γιά νά γλυτώσουν τόν ἑαυτό τους. Νά μήν τιμωρηθοῦν καί νά μήν ἐκτελεστοῦν ἀπό τό βασι-λιά.
Τί θέλουμε νά ποῦμε;
Πρέπει νά προσέχομε, ὄχι μόνο τά ἔξω: «Ἔδωσα, ἔκανα ἐκεῖνο τό καλό, βοήθησα». Ἀλλά νά ἐξετάζομε τήν καρδιά μας καί νά προβληματι-ζόμαστε: «Ἔχω εὐσπλαχνία, ἔχω ἀγάπη, ἔχω κατανόηση γιά τόν πόνο τοῦ ἄλλου;»
Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε, ὅτι ὁ Χριστός θέλει, πρῶτα ἀπ’ ὅλα, νά βασιλέψει τό θέλημά Του, μέσα στήν καρδιά μας. Ὅταν λέμε: «Γενηθήτω τό θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῶ καί ἐπί τῆς γῆς» καί «ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου», ἐννοοῦμε νά ρθεῖ μέσα μας ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί νά γίνεται μέσα μας, σ’ αὐτή τή γῆ, πού εἶναι ἡ καρδιά μας, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ὅπως γίνεται καί στόν οὐρανό, ἀπό τούς Ἁγίους Ἀγγέλους. Μέ καλή διάθεση, μέ ὁλόκληρη τήν καρδιά.
Γι’ αὐτό, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ἔλεγε ὅτι: «Ὅποιος δώσει ἕνα ποτήρι νερό καί μία μπουκιά ψωμί στόν πεινασμένο καί ὅποιος πάει νά ἐπισκεφτεῖ ἕναν ἄρρωστο, δέν θά χάσει τόν μισθό του». Ὅταν τό κάνει αὐτό στό ὄνομά Μου καί προσπαθεῖ νά μιμηθεῖ τήν ἀγάπη μου καί τήν καλοσύ-νη μου καί τήν στοργή μου.
Ἄς πάρομε δίδαγμα ἀπό τό σημερινό Εὐαγγέλιο, ὅτι πρέπει νά ἔχομε ἀγάπη, καλο-σύνη καί εὐσπλαχνία. Τό Εὐαγγέλιο τελειώνει: «καί ὅλος ὁ κόσμος, πού ἄκουε τά λόγια Του καί ἔβλεπε τά ἔργα Του, ἔχαιρε ‘’ἐπί πᾶσι’’». Χαιρόταν γιά ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ Ἰησοῦς.
Ἔτσι καί ἐμεῖς, πρέπει νά κάνομε χαρά μας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τό φρόνημα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τήν καλοσύνη καί τήν εὐσπλαχνία πού μᾶς διδάσκει ὁ Κύριός μας. Ἀμήν.

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία στή Φιλιππιάδα στίς 4/12/1994