Η αναζήτηση της αλήθειας

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
(Ματθ. 2, 13-23)

1. Τό μεγαλύτερο πνευματικό βάθος
Ὅταν γεννήθηκε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός φάνηκε στήν Ἀνατολή ἕνα ἀστέρι. Ὄχι φυσικό. Ὄχι ἕνα ἀστέρι τοῦ οὐρανοῦ, τό ὁποῖο ἔκανε κάποιο διαφορετικό δρόμο. Ἀλλά ἦταν ἕνα ἄστρο, πού δέν ἦταν… ἄστρο ἀλλά κάτι ἄλλο. Ἦταν μία δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ἴσως ἕνας ἄγγελος πού φαινόταν μέ μορφή ἀστέρος. Καί τόν εἶδαν στήν Ἀνατολή τρεῖς σοφοί ἄνδρες. Ὀνομάζοντο μάγοι. Ἡ ἱστορία μᾶς διηγεῖται, ὅτι οἱ τρεῖς μάγοι πού ξεκίνησαν νά βροῦν τόν Χριστό ἦταν ἀπό τούς πιό λαμπρούς.
Ὅμως οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, δέν ἦταν ἁπλῶς ἰσχυροί, μεγάλοι καί δυνατοί. Ἀλλά εἶχαν καί ἕνα πνευματικό βάθος. Πιό ἦταν τό πνευματικό τους βάθος; Ἔψαχναν γιά τήν ἀλήθεια. Τό μεγαλύτερο πνευματικό βάθος, ἡ μεγαλύτερη ἀξία στόν ἄνθρωπο εἶναι νά ἀγαπάει τήν ἀλήθεια καί νά ψάχνει γιά τήν ἀλήθεια. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ψάχνει γιά τήν ἀλήθεια, πού δέν τήν ἀγαπάει καί συμβιβάζεται μέ τό ψέμα, ἔχει μέσα στήν ψυχή του τήν χειρότερη βρωμιά. Γιατί τό ψέμα εἶναι ἡ χειρότερη βρωμιά. Ὅποιος ἀγαπάει τήν ἀλήθεια καί ψάχνει γιά τήν ἀλήθεια μπορεῖ κάποτε νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό ὁποιαδήποτε βρωμιά. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ψάχνει γιά τήν ἀλήθεια καί δέν κάνει στόχο του, ἐπιθυμία του καί ἐπιδίωξή του τό νά βρεῖ τήν ἀλήθεια ὁπωσδήποτε ὅλο καί παρακάτω θά πηγαίνει. Γιατί;
Γιατί ὅπως τό ξέρουμε καλά, δυσκολίες στή ζωή ὑπάρχουν, πάθη ὑπάρχουν, κακίες ὑπάρχουν, παλιανθρωπιές ὑπάρχουν. Τό ἕνα τραβάει ἀπό τήν μιά μεριά τό ἄλλο ἀπό τήν ἄλλη. Καί ὅταν δέν ἔχει μέσα του ὁ ἄνθρωπος δύναμη ἀντιστάσεως, ὄχι ἁπλῶς κάποια δύναμη ἀντιστάσεως, ἀλλά μεγάλη δύναμη ἀντιστάσεως, ὅλο καί πάει στό χειρότερο.
Οἱ μάγοι ἔψαχναν εἰλικρινά γιά τήν ἀλήθεια, καί ἔψαχναν παντοῦ, ἀκόμη καί στόν οὐρανό, στά ἄστρα. Καί εἶδαν τό παράξενο αὐτό ἄστρο πού εἴπαμε πώς ἦταν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἄγγελος Θεοῦ, πού τοῦ εἶπε ὁ Θεός: «Πήγαινε τώρα ἀπό ἐκεῖ γιατί τρεῖς δοῦλοι μου, τρεῖς ἄνθρωποι πού ἀγαποῦν τήν ἀλήθεια ψάχνουν. Καί ἀφοῦ ψάχνουν εἰλικρινά, πρέπει νά φωτιστοῦν». Καί κατέβηκε τό ἄστρο καί φάνηκε στούς τρεῖς μάγους. Αὐτοί μέ τήν ἐμφάνισή του κατάλαβαν ὅτι γεννᾶται στόν κόσμο ὁ μέγας κυρίαρχος τοῦ κόσμου ὅλου. Καί ξεκίνησαν ὅπως λέγει ἡ ἀκολουθία τῶν χαιρετισμῶν, «ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν», σάν νά τό εἴχανε τό ἄστρο λυχνάρι καί νά περπατούσανε μέσα στή νύχτα. Καί «δι’ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιόν ἄνακτα». Μέ αὐτό τό λυχναράκι, τό ἄστρο, ἔψαχναν νά βροῦν τόν μεγάλο βασιλέα.

2. Ψάξε, ἐρεύνησε. Θά βρεῖς θησαυρό
Πόσο ἀπέχει ἡ Περσία ἀπό τήν Ἰουδαία; Εἶναι σάν νά ποῦμε νά πάει κανείς περίπου ἀπό ἐδῶ στό Παρίσι. Τί μᾶς λέει αὐτό; Μᾶς λέγει ὅτι προκειμένου νά βρεῖ ὁ ἄνθρωπος τήν ἀλήθεια, δέν πρέπει νά τόν κάνει νά κόβει τόν δρόμο του κανένα ἐμπόδιο. Οὔτε ἀπόσταση, οὔτε κόπος, οὔτε θυσία, οὔτε ἔξοδα, οὔτε ἱδρώτας. Πῶς ξεκίνησαν οἱ μάγοι; Μέ κανά ἑλικόπτερο; Μέ κανά ἀεροπλάνο; Μέ τό σιδηρόδρομο τουλάχιστον; Μέ τό Ι. Χ.; Μέ τί ξεκίνησαν; Τό καλύτερο μεταφορικό ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἦταν καμιά γκαμήλα ἤ κανένα γαϊδουράκι.
Πόσο θά τό ἔκαναν γιά νά φτάσουν στήν Ἱερουσαλήμ; Ὑπολογίσετε. Τί ταλαιπω-ρίες ὑπέστησαν; Μετρεῖστε τες. Γιατί τίς ὑπέστησαν; Γιατί ἔψαχναν γιά τήν ἀλήθεια. Ἔ, αὐτό μᾶς λέει ὅτι ἡ ἀλήθεια δέν εἶναι οὔτε πεντάρα, οὔτε δεκάρα. Τί λέει ὁ Χριστός; «Ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Ποιός εἶναι ἡ ἀλήθεια; Ὁ Θεός. Γιατί τό λέμε ὁλοκάθαρα πώς ὁ Θεός εἶναι ἡ ἀλήθεια;
Τό νά πεῖ κανείς ὅτι «τοῦτο εἶναι σιδερένιο, καί τοῦτο εἶναι μάρμαρο», σπολάτι του. Κάτι μοῦ εἶπε δηλαδή. Μήπως δέν τό βλέπω;
Τότε ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια πού μέ ἐνδιαφέρει στή ζωή μου;
Νά ξέρω:
Ὑπάρχει Παράδεισος;
Ὑπάρχει Θεός;
Ὑπάρχει μισθαποδοσία;
Ἔχει ἀξία τό ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ἀγαπάει τό δίκαιο καί γιά χάρη τοῦ δικαίου θυσιάζει τόν ἑαυτό του; Ἐνῶ ἕνας ἄλλος τί κάνει; Θυσιάζει τούς πάντες καί τρώει τούς πάντες. Γιατί; Γιατί ἔτσι τό θέλει. Γιατί θέλει νά διασκεδάσει.
Νά γιατί ἀναζητᾶμε τήν ἀλήθεια: Γιατί ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐκείνη πού θά κυβερνήσει τή ζωή μας σωστά. Γιατί κάνει ὁ κάθε ἄνθρωπος τήν ὁποιαδήποτε ἁμαρτία; Γιατί ἔχει σκοτιστεῖ ἡ διάνοιά του καί δέ βλέπει τί κάνει. Νομίζει ὅτι ἐκεῖνα πού ἔχει στό μυαλό του, οἱ ἰδέες του, ὅτι αὐτές εἶναι σωστές. Τί λένε μερικοί; «Ὅ,τι βλέπω, ὅ,τι πιάνω, ὅ,τι ἀκούω. Τίποτε παραπέρα δέν ὑπάρχει». Καί νομίζουν τόν ἑαυτό τους σοφό.
Ἀλλά τί ἔκανε ὁ Θεός; Παρουσιάζει ξαφνικά ἕνα ἀστέρι καί λέει: «Γιά κοίταξε δῶ. Δέν εἶναι ὅπως τά ξέρεις καί ὅπως τά βλέπεις καί ὅπως τά φαντάζεσαι. Κοίταξέ το, δέν πηγαίνει ὅπως τά ἄλλα ἄστρα. Πάει ἀνάποδα». Ἀπό τήν Περσία ἐρχότανε πρός τά ἐδῶ. Ὅλα τά ἄλλα ἄστρα φαινόντουσταν πώς στέκονταν, ἐκεῖνο περπάταγε. Περπάταγε παράξενα.
Ἔφτασαν οἱ μάγοι στήν Ἱερουσαλήμ καί μετά λοξοδρόμησε τό ἄστρο καί πῆγε στή Βηθλεέμ. Πῶς πῆγε; Προχωρώντας χαμηλά. Καί μετά στάθηκε ἀκριβῶς πάνω ἀπό τό σπήλαιο.
Ἐρώτημα τώρα ἑνός ἀνθρώπου «ἔξυπνου». Ἔξυπνου «κατά διάβολον», ὄχι «κατά Θεόν» ἔξυπνου. «Σῶπα ἀδελφέ, παράδοση θά εἶναι. Ἀκοῦς περπάταγε τό ἄστρο καί πῆγε καί ἔκατσε πάνω στό σπήλαιο».
Ἀλλά ὁ Θεός κοροϊδεύει τούς ἀνθρώπους πού τόν ἀρνοῦνται καί φωτίζει ὅσους τόν ἀγαποῦν. Γιατί ὅπως καί νά τό κάνουμε εἶναι πιό σοφός ἀπό μᾶς. Κρύβεται μέν καί δέν τόν βλέπεις μέ τά μάτια τά σωματικά, ἀλλά γελάει εἰς βάρος μας. Ἀπό ποιόν κρύβεται; Ἀπό ἐκεῖνον πού δέν ἔχει μυαλό καί κάνει τόν ἔξυπνο. Καί ἐκεῖνον πού τόν ἀγαπάει, τόν φωτίζει συνεχῶς περισσότερο.
Ἔρχεται λοιπόν ὁ Θεός καί σοῦ λέει: «Ἄνοιξε τά μάτια σου. Μήν κάνεις τόν ἔξυπνο». Δέν εἶναι καλό νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος «ἐξυπνάκιας» μπροστά στό Θεό. Ποῦ εἶναι ἡ ἀληθινή ἐξυπνάδα; Σέ ἐκεῖνο πού ἔκαναν οἱ μάγοι. Εἶδαν, προβληματίστηκαν, περπάτησαν, κόπιασαν γιά τήν ἀλήθεια. Ψάξε καί σύ, ἐρεύνησε. Θά βρεῖς. Ἀφοῦ εἶναι σημεῖο τοῦ Θεοῦ θά βρεῖς. Καί μάλιστα θά βρεῖς θησαυρό.

3. Παράδοξο μυστήριο
Ἐντυπωσιασμένοι οἱ μάγοι ἀπό τήν σκέψη ὅτι γεννήθηκε ὁ βασιλιάς τῶν Ἰουδαίων, σκέφτηκαν σάν ἄνθρωποι: «Ὁ βασιλιάς ποῦ θά γεννήθηκε; Στό παλάτι θά γεννήθηκε». Ἀγνόησαν τό ἀστέρι καί τράβηξαν κατ’ εὐθεῖαν γιά τά ἀνάκτορα. Καί πού πέσανε; Στά χέρια τοῦ Ἡρώδη. Ὁ Ἡρώδης ἀκούγοντάς τους, ἀναστατώθηκε. Γιατί ἡ μόνη του σκέψη ἦταν: «Ἀμάν, μή χάσω τήν βασιλεία μου». Γιά τόν Ἡρώδη, ὅλη ἡ ἀλήθεια ἦταν ἡ βασιλεία του. Ὄχι ὁ Χριστός. Ὅπως γιά μερικούς ὅλη τους ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ τσέπη τους. Τίποτε ἄλλο. Καί στό λένε μέ καμάρι. «Ἔχεις παρά; Αὐτό εἶναι τό πᾶν. Δέν ἔχεις παρά; Ἔ, κακομοίρη μου, φτωχοανθρωπάκο».
Ἔτσι λοιπόν ὁ Ἡρώδης ὅταν ἄκουσε γιά βασιλιά, σκέφθηκε: «Τώρα νά τόν ξεμπερδέψω, γιά νά μή μοῦ πάρει τό θρόνο». Τί ἔβαλε μέσα του; Τό ψέμα καί θεμελίωσε τή ζωή του στό ψέμα. Τό ἀποτέλεσμα; Ἔψαξε μέ ὅλα τά μέσα νά βρεῖ τόν Χριστό, καί ἔσφαξε τά νήπια στήν Βηθλεέμ. Γιά νά σφάξει μαζί μέ αὐτά καί τόν Χριστό.
Οἱ μάγοι ὅταν τούς εἶπε: «Ξέρετε στήν Βηθλεέμ πρέπει νά γεννηθεῖ ὁ Χριστός, πηγαίνετε ἐκεῖ καί ὅταν τόν βρεῖτε ἐλᾶτε νά μοῦ τό πεῖτε γιά νά τόν προσκυνήσω», γιά νά πάει νά τόν σφάξει, ξεκίνησαν γιά τήν Βηθλεέμ. Καί τί λέει ἡ ἱστορία; Ἀπό τήν στιγμή πού πῆγαν στήν πόρτα τῶν ἀνακτόρων ὁ ἄγγελος ἐξαφανίστηκε. Ὅταν βγῆκαν ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ καί πῆραν τόν δρόμο γιά τήν Βηθλεέμ, ξαναεμφανίστηκε. Τί σημαίνει αὐτό;
Σημαίνει ὅτι: ἀπό τήν στιγμή πού θά ἀρχίσεις νά ψάχνεις γιά τήν ἀλήθεια, μήν κάνεις τό λάθος νά πάρεις γιά ὁδηγό ἄνθρωπο ἄθεο. Μήν κάνεις τό λάθος νά ἀκούσεις κρίσεις καί γνῶμες ἀνθρώπου πού τίς βγάζει ἀπό τά πάθη του. Γιατί θά κρυφτεῖ τό φῶς τοῦ Θεοῦ καί θά τό χάσεις.
Καί τότε ζημίωσες τόν ἑαυτό σου.
Ἀλλά μερικοί ἄνθρωποι ἐπειδή εἶναι οἱ ἴδιοι ἀσεβεῖς δέν ἔχουν πόθο νά βροῦν τήν ἀλήθεια. Γιατί βλέπουν ὅτι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι δύσκολος. Νά τή λέμε τήν ἀλήθεια! Εἶναι δύσκολος, θέλει κόπο, θέλει θυσία… Ἀντί λοιπόν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί νά ψάχνουν νά βροῦν τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, προσπαθοῦν νά βροῦν δικαιολογία νά τόν… χάσουν. Νά ἡ ἀθλιώτερη ἔκφραση τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Νά ψάχνει νά βρεῖ δικαιολογία, γιά νά φύγει ἀπό τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ.
Πῆγε λοιπόν τό ἀστέρι καί κάθησε πάνω ἀπό τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Μπῆκαν μέσα οἱ μάγοι καί βρῆκαν τόν Χριστό, τήν Παναγία καί τόν Ἰωσήφ.
Τί εἶδαν; Ἕνα σταῦλο. Εἶναι νά σπάσει τό κεφάλι τοῦ ἀνθρώπου. Νά περιμένεις νά βρεῖς βασιλιά καί νά βρίσκεις σταῦλο. Τί χειρότερη ἀθλιότητα ἀπό τόν σταῦλο; Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί ὁ κατώτερος ἀκόμη, ὅταν γεννιέται τό παιδάκι του, δέν θά ἀφήσει τήν γυναίκα του νά γεννήσει μέσα σέ σταῦλο. Σέ κάποιο ζεστό δωμάτιο θά μπεῖ. Τί πρόκληση ἦταν αὐτό στό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου. Ἅμα οἱ μάγοι σκέπτονταν ἀνθρώπινα ἔπρεπε νά ποῦν: «Μά εἶναι ποτέ δυνατόν; Ἀδύνατον!»
Εἶχαν τήν πιό μεγάλη δικαιολογία γιά νά βγάλουν τό συμπέρασμα ὅτι ἔκαναν λάθος. Καί ὅτι ἐκεῖνο πού εἶδαν, δέν ἦταν τίποτα. Ἄν σκέπτονταν μέ κριτήρια ἀνθρώπι-να, αὐτό τό συμπέρασμα θά ἔβγαζαν. Ἀλλά σκέφθηκαν μέ ταπείνωση. Καί γι' αὐτό «πεσόντες προσεκύνησαν». Ποῦ; Μέσα στό σταῦλο. Πάνω στίς κοπριές ἔπεσαν καί προσκύνησαν τόν Χριστό.

4. Χρειάζεται ἡρωισμός
Τό πρῶτο πού μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία τῶν μάγων εἶναι ὅτι πρέπει νά ἔχουμε τόν ἡρωισμό νά ψάχνουμε γιά τήν ἀλήθεια καί νά θυσιάζουμε τά πάντα γιά τήν ἀλήθεια. Ἅμα ὁ ἄνθρωπος δέν ἀποκτήσει αὐτό τό φρόνημα, πόθο γιά τήν ἀλήθεια, ἡρωισμό γιά τήν ἀλήθεια, θυσία γιά τήν ἀλήθεια, εἶναι στό σκοτάδι. Εἴτε στό πολύ εἴτε στό λίγο. Στό σκοτάδι περιπατεῖ καί στό σκοτάδι θά βυθίζεται ὅλο καί περισσότερο.
Ἄς γίνουμε λοιπόν ψυχικά λεβέντες, γιά νά ἀξιωθοῦμε νά προσκυνήσουμε τόν Χριστό ὄχι στή φάτνη, ἀλλά στόν ἐπουράνιο θρόνο του τήν ἡμέρα πού θά ἀξιωθοῦμε νά πᾶμε ἐκεῖ ἕτοιμοι μέ τά καλά μας ἔργα, καί μέ τόν ἀγώνα μας καί μέ τήν ἀπόκτηση τῆς ἀλήθειας πού θά ἔχουμε κάνει ἐδῶ στή γῆ. Ἀμήν.

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία στόν Ἅγ. Κων/νο Πρέβεζας στίς 31/12/1981.