Η Ανάσταση του υιού της χήρας της Ναΐν

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 7, 11-16)

 

1. Ποῦ εἶναι τώρα ὁ Χριστός;
Ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός πῆγε σέ ἕνα χωριό. Περνώντας ἀπό ἐκεῖ, συνάντησε ἔξω ἀπό τό χωριό νά πηγαίνει γιά τό κοιμητήριο μία κηδεία. Κηδευόταν ἕνας νεαρός, γυιός χήρας, πού ἦταν μάλιστα μονογενής. Καί ἦταν φυσικό, ἡ χήρα γυναίκα, μητέρα, νά εἶναι πολύ στενοχωρημένη, νά τραβάει τά μαλλιά της, νά χτυπιέται, νά κλαίει. Καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού τήν συνόδευαν νά εἶναι πικραμένοι, φαρμακωμένοι.
Ὁ Χριστός ὅταν εἶδε αὐτό τό θέαμα, ἐπόνεσε, τήν συμπόνεσε. Στάθηκε κοντά καί παρακάλεσε νά σταματήσει ἡ πορεία. Ἔπειτα πῆγε δίπλα στό φέρετρο καί εἶπε: «Νεα-νίσκε», δηλαδή «παλληκάρι μου, ἐγώ σοῦ λέω. Σήκω, σήκω». Καί ἀμέσως ὁ νεαρός ἀνα-κάθισε πάνω στό φέρετρο, καί ἄρχισε νά μιλάει. Ἀνάζησε, ἀναστήθηκε. Καί τόν ἔδωσε στή μητέρα του. Ὅλος ὁ κόσμος, θαύμασε τό μεγάλο γεγονός, τό μεγάλο θαῦμα.
Ἐμεῖς τώρα, ὅσοι ἀκοῦμε, τέτοιες διηγήσεις, νοσταλγοῦμε, πονοῦμε καί λέμε: «Ἄχ, νά βρισκόταν πάλι ὁ Χριστός κοντά μας, ὅταν συμβαίνει νά ἔχουμε τέτοιο πόνο. Τέτοια πίκρα. Νά σταθεῖ κοντά μας, νά ἀναστήσει καί τόν δικό μας νεκρό».
Ἀλλά ἀδελφοί μου, ὅλοι πεθαίνουμε, ἄλλοι γέροι, ἄλλοι νέοι, ἄλλοι παιδιά, ἄλλοι παντρεμένοι νέοι μέ μικρά παιδιά. Ἀλλά δέν ἀνασταινόμαστε. Γιατί ἄραγε;
Μᾶς βασανίζει τό ἐρώτημα. Γιατί; Γιατί; Ποῦ εἶναι τώρα ὁ Χριστός; Μήπως δέν μπορεῖ πιά; Μήπως ἀδιαφόρησε; Μήπως δέν μᾶς πονάει;

2. Φραγμός στήν ἁμαρτία
Λέγει ἡ Ἁγία Γραφή: Ὁ Χριστός χθές καί σήμερα εἶναι ὁ ἴδιος· καί εἰς τούς αἰῶνες θά εἶναι ὁ ἴδιος. Οὔτε ἄλλαξε, οὔτε ἀλλάζει ποτέ. Οὔτε παλαιότερα ἦταν πιό πονετικός καί τώρα σκληροκάρδισε. Εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος. Γεμάτος ἀγάπη, γεμάτος δύναμη καί γεμάτος σοφία. Ἀλλά τότε, γιατί δέν ἀνασταίνονται καί οἱ δικοί μας νεκροί;
Θά μποροῦσε ὁ Χριστός, ἄν ἤθελε νά τούς ἀναστήσει ὅλους.
Θά ρωτήσομε: Καλά. Ἄν ἀνασταινόταν ὁ κάθε ἄνθρωπος, θά ἄλλαζε ἄραγε πορεία; Θά γινότανε ἅγιος; Ἤ θά συνέχιζε τόν ἴδιο τρόπο ἁμαρτωλῆς ζωῆς; Τί ὠφέλεια εἶναι στόν κόσμο, ὅταν ζοῦν περισσότεροι ἁμαρτωλοί, καί μάλιστα καταφρονητές ἁμα-ρτωλοί; Κλέφτες, βλάσφημοι, σωματέμποροι, ἀνήθικοι. Καί τί ὠφέλεια γιά ἕναν ἄνθ-ρωπο, νά ἀναστηθεῖ, γιά νά συνεχίσει τόν ἴδιο τρόπο ζωῆς καί χειρότερο ἀκόμη;
Γιατί κάνουμε αὐτή τήν ἐρώτηση; Νά τό ἐξηγήσομε: Ὁ Θεός νομοθέτησε τόν θάνα-το, γιά νά εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο φραγμός γιά τό κακό. Νά θυμόμαστε, ὅτι ἡ ζωή αὐτή εἶναι παροδική, φθαρτή, ψεύτικη. Δέν εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή. Καί νά μή νομίζουμε ὅτι μέ τό κακό πού κάνουμε θά γίνουμε εὐτυχισμένοι. Ἀλλά νά καταλαβαίνουμε ὅτι εἶναι κα-ταστροφή. Γιατί κινδυνεύουμε ἀπό ὥρα σέ ὥρα, ἄλλοτε σέ μεγάλη ἡλικία, ἄλλοτε σέ μέση, ἄλλοτε σέ μικρή, ἄλλοτε παιδί ἀκόμη, νά φύγομε. Καί πόσο κακό εἶναι, τί φοβερό εἶναι νά φύγει ἕνας ἄνθρωπος ἀπό τή ζωή μέ τήν καρδιά του γεμάτη κακό. Δηλαδή χωρισμένος ἀπό τόν Θεό, νά μή μοιάζει καθόλου μέ τόν Θεό. Νά μήν ἔχει καμία συγγέ-νεια, μέ τόν Θεό.
Γιατί, ποιοί θά πᾶνε κοντά του στή Βασιλεία του; Ἐκεῖνοι πού ἔχουν γαλανά μάτια; Ἐκεῖνοι πού ἔχουν γερά μπράτσα; Ἐκεῖνοι πού ἔχουν ξανθά μαλλιά; Ἐκεῖνοι πού εἶναι ρωμαλέοι;
Ὄχι βέβαια. Ἀλλά θά βάλλει ἐκείνους πού τοῦ μοιάζουν. Σέ τί; Στήν ἀγάπη, στήν καλωσύνη, στήν πραότητα, στήν ὑπομονή, στήν διάθεση νά οἰκοδομοῦν, νά βοηθοῦν, νά σπρώχνουν στό καλό τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτοί θά πᾶνε κοντά του, γιατί «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί». Νά λοιπόν τό ἐρώτημα. Φροντίζεις κατά τό διάστημα τῆς ζωῆς σου, νά πολεμήσεις τό κακό πού ὑπάρχει μέσα σου; Τό κακό πού σέ γοητεύει; Τήν κακία; Τήν φιληδονία; Τήν ἁμαρτία; Γιά νά μοιάζεις περισσότερο μέ τόν Θεό;
Γιατί ἄν πεθάνεις σέ αὐτή τήν κατάσταση σέ περιμένει ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἤ ἡ αἰώνια κόλαση, ὁ αἰώνιος χωρισμός ἀπό τόν Θεό;
Γι' αὐτό λοιπόν, μᾶς λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὁ Θεός δέν ἀνασταίνει ὅ-λους τούς νεκρούς. Ἀνάστησε μερικούς. Γιατί τούς ἀνάστησε; Γιά νά μᾶς δείξει νά καταλάβουμε πρῶτα ἀπ' ὅλα ὅτι ὅταν κοπεῖ ἡ ἀνάσα καί πεθά-νει ὁ ἄνθρωπος καί ἀρχίσει ἡ φθορά, δέν ἔγινε ὁ ἄνθρωπος χῶμα. Δέν ἔ-παψε νά ὑπάρχει. Καί δεύτερον. Ὅτι ὁ Θεός εἶναι παντοδύναμος. Κάνει τά πάντα. Καί τόν θάνατο τόν ἔχει στήν ἐξουσία του. Ὅτι θέλει κάνει. Καί τόν θάνατο τόν νικάει. Καί θά τόν νικήσει μιά ἡμέρα τόν θάνατο ἐντελῶς, ὅταν θά ἀναστήσει ὅλους ἀνεξαιρέτως. Τότε πού θά ἔρθει τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας καί θά σαλπίσει ἡ σάλπιγγα.

3. Ζοῦμε γιά νά βρεθοῦμε κοντά του
Τότε, ὅπως ἀναστήθηκε ὁ Λάζαρος καί ὁ υἱός τῆς χήρας τῆς Ναΐν θά ἀναστηθοῦμε καί ἐμεῖς. Τί σημασία ἔχει αὐτό; Ἄς προσέξουμε:
Μερικές φορές νομίζουμε, ὅτι τό νά σκουπίσει ἕνας μερικά δάκρυα ἀπό μάτια πο-νεμένα, τό νά παρηγορήσει ἕναν ἄνθρωπο, εἶναι μεγάλο πράγμα. Ὁπωσδήποτε εἶναι μεγάλο, ἀλλά ὄχι τό μεγαλύτερο. Βέβαια εἶναι καλή ψυχή ὅποιος θέλει νά σκουπίσει δάκρυα. Μοιάζει μέ τόν Θεό, ἀλλά μοναχό του δέν ἀρκεῖ. Χρειάζεται κάτι παραπάνω. Καί αὐτό τό παρα-πάνω εἶναι νά ξέρουμε νά δώσουμε ἀπάντηση στό ἐρώτημα: «γιατί ζοῦμε ἐπάνω στή γῆ; Γιατί ὑπάρχουμε;» Ὅταν αὐτό δέν τό ξέρουμε, ἡ λίγη συμπόνια δέν μᾶς κάνει ὅμοιους μέ τόν Θεό. Τέτοια συμπόνια ἔχουν καί τά ζῶα ὅλα. Εἴδατε ποτέ, πῶς ἀγριεύει ἡ γάτα ἤ ἡ κότα, ὅταν δεῖ νά κινδυνεύει τό μικρό της;
Κατά τόν ἴδιο τρόπο εἶναι φυσικό, νά ἀγριεύουν καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅταν βλέ-πουν νά κινδυνεύει κάποιος δικός τους. Ἀλλά καί συμπονοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ὄχι μόνο τοῦ κόσμου, ἀλλά τοῦ ὑποκόσμου. Καί κεῖνοι συμπονοῦν καί κεῖνοι θέλουν νά σκουπίσουν τά δάκρυα.
Ὑπάρχει ὅμως κάτι ἱερότερο ἀπό αὐτό. Ποιό εἶναι;
Νά ξέρει ὁ ἄνθρωπος τόν Δημιουργό του. Νά γνωρίζει γιατί ὑπάρχει στή γῆ.
Τό χειρότερο κακό εἶναι νά χάνει ὁ ἄνθρωπος τό ἀληθινό πνεῦμα. Νά χάνει τήν πίστη του στόν Θεό καί στήν αἰώνια ζωή. Ὅποιος ἔχει πίστη, κάνει μόνο τό καλό. Δέν ἐπιτρέπει ποτέ νά κάνει κάτι κακό στή ζωή του. Ὅποιος δέν ἔχει πίστη, μπορεῖ νά κάνει κανένα καλό ἀπό συναισθηματισμό προσωρινό. Ἀλλά ὅταν τά συναισθήματά του γίνουν «βάρβαρα», τότε μπορεῖ νά κάνει τά χειρότερα κακά πού ἔγιναν ποτέ στόν κόσμο.
Τό νόημα λοιπόν τῆς ζωῆς, δέν εἶναι νά ζήσει ἀπάνω στή γῆ ὁ ἄνθρω-πος κάμποσα χρόνια, ἀπό τά ὁποῖα θά ἔχει μερικές ἐμπειρίες. Παράδειγμα: Ἕνας ἄνθρωπος ὑπέμει-νε ἀπό ἄλλους ἀσχημοσύνες. Καί τραυμάτισαν ὄχι τό σῶμα του, ἀλλά τήν καρδιά του τραυμάτισαν· γιά πάντα. Ἕνας ἄλλος πάλι, πέτυχε νά κάνει μερικές ἀσχημοσύνες καί ἐπειδή εὐχαριστήθηκε, τό θεώρησε κάτι τό σπουδαῖο. Ὁ ἕνας εἶναι θῦμα καί ὁ ἄλλος εἶναι θύτης.
Αὐτή εἶναι ἡ ζωή; Γι' αὐτό ζοῦμε; Γιά νά κάνουμε μερικές παληανθρωπιές ἤ νά ὑπομείνουμε μερικές παληανθρωπιές; Γιατί τί ἄλλο βλέπουμε κάθε μέρα;
Ὁ Κύριος μᾶς ἔπλασε γιά νά βρεθοῦμε κοντά του, στή Βασιλεία του. Καί ἐδῶ, σ’ αὐτή τή ζωή, νά ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον τοῦ κακοῦ. Καί νά θέλουμε νά ἐκτελοῦμε τό ἅγιο τό θέλημά του, γιά νά μπορέσομε, ἔστω καί μέσα ἀπό τήν τρικυμία, νά βρεθοῦμε στό γαλήνιο λιμάνι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, στήν αἰώνια ζωή.

4. Σώματα ἐπίγεια καί σώματα ἐπουράνια
Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, γιά τήν αἰώνια ζωή: «Ἡμῶν τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει». Ἐμεῖς εἴμαστε στή γῆ, ἀλλά ζοῦμε ὄχι γιά τή γῆ. Αὐτό σημαίνει «ἡμῶν τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει». Στή γῆ περπατᾶμε, σῶμα γήινο ἔχομε, ἀλλά δέν ζοῦμε γιά τήν γῆ. Ζοῦμε γιά τόν οὐρανό. Ζοῦμε γιά τόν Παράδεισο, γιά τήν αἰώνια ζωή. Καί ἀπό ἐκεῖ, ἀπό τόν οὐρανό, «προσδοκῶμεν σωτῆρα». «Ἀπεκδεχόμεθα σωτήρα, Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν». Περιμένουμε. Θά κατεβεῖ μιά ἡμέρα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ ὁποῖος τί θά κάνει; Θά πάρει αὐτό τό σῶμα, πού ὅταν πεθάνει μέσα σέ λίγες ὧρες ἀρχίζει καί βρωμάει, γιατί εἶναι φθορά, σαπίλα· καί θά τό μετασχηματίσει ἀπό σῶμα ταπεινό, σέ σῶμα ἔν-δοξο. Θά τό μετασχηματίσει νά γίνει ὅμοιο μέ τό δικό του σῶμα.
Πῶς ἦταν τό σῶμα τοῦ Κυρίου; Πρῶτα ἀπ' ὅλα ἦταν ὁλοκάθαρο, ἁγνό, ἀμόλυντο ἀπό ἁμαρτία. Καί μετά μπῆκε στόν τάφο καί βγῆκε «ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου», χωρίς νά ἀνοίξει ὁ τάφος. Καί πῆγε στούς μαθητές «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν». Καί ἀνελήφ-θη στόν οὐρανό. Εἶναι ἔνδοξο σῶμα. Ἔτσι θά γίνουν καί τά δικά μας σώματα.
Μᾶς ἐνδιαφέρει νά αἰσθανθοῦμε, ὅταν εἴμαστε ἄρρωστοι, λίγο πιό γεροί. Νά πάψει νά εἶναι μουδιασμένο τό χέρι μας, τό πόδι μας. Νά μποροῦ-με νά κινηθοῦμε ἐλεύθερα. Νά μήν πονᾶμε. Γιά αὐτή τή ζωή. Καί δέν σέ ἐνδιαφέρει ἡ πνευματική ὑγεία, καί ἡ εὐρωστία καί ἡ ἀφθαρσία, σώματος καί ψυχῆς στήν αἰώνια ζωή;
Θά μετασχηματίσει λοιπόν τό σῶμα μας, ὅπως εἶναι τό δικό του. «Εἰς ὁμοίωσιν τοῦ σώματος τῆς δόξης αὐτοῦ». Πῶς θά τό μετασχηματίσει; Κατά τήν ἐνέργειαν «τοῦ δύνασθαι αὐτόν καί ὑποτάξαι τά πάντα». Ὁ Χριστός μπορεῖ νά τό κάνει λέει ὁ ἀπόστο-λος, ἔχει τή δύναμη. Ὅλα εἶναι στό χέρι του.
Εἴμαστε ὅλοι ἀδύνατοι ἐδῶ στή γῆ. Τί μποροῦμε νά κάνομε; Ἀλλά ὅταν ἀναστη-θοῦμε θά μοιάζουμε μέ τόν Χριστό θά εἴμαστε ὅλοι «ἐν δυνάμει». Πρωταθλητές. Γενναῖοι, δυνατοί. Τό σῶμα εἶναι τώρα ψυχικό. Τί σημαίνει ψυχικό; Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Ἕνα σῶμα πού ζεῖ ἀνάλογα μέ πάθη. Παθιάζεται ἀπό τήν ἁμαρτία, παθιάζεται γιά τό κρασί, γιά τό τσιγάρο, γιά τήν σαρκική ἁμαρτία. Παθιάζεται ψυχικά γιά τό μίσος, γιά τήν κακία, παθιάζεται γιά ναρκωτικά. Παθιάζεται γιά ὁτιδήποτε ἄλλο κακό. Παθιάζεται καί ὑποδουλώνεται.
Τότε, λέει, θά ἀναστηθεῖ ἕνα σῶμα, πνευματικό. Δηλαδή γεμάτο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο θά τό κυβερνάει μονίμως τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἀλλά γιά νά φτάσουμε ἐκεῖ, μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πρέπει προηγουμένως νά φροντίσουμε ἐδῶ στή γῆ νά βάλλουμε μέσα στή καρδιά μας καί μέσα στό σῶμα μας τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Ἐκεῖνο νά κυβερνάει τή ζωή μας. Ἀμήν.-

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία στήν Καμπή στίς 9/10/1994