Η Ανάσταση της κόρης του Ιάειρου

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 8, 41-56)

1. Ἀξιοποιεῖστε σωστά τό θαῦμα
Ὅταν ὁ Κύριος μᾶς δίνει τόν φωτισμό Του καί ἀναζητοῦμε τήν εὐλογία Του καί τήν δύναμή Του καί τήν συγχώρησή Του, πρέπει νά μᾶς πιάνει καί λίγη ἀγωνία καί λαχτάρα καί πόθος γιά νά ἐννοήσουμε καλύτερα τό θέλημά Του. Καί νά ἀνοίγουμε ὅσο μποροῦμε περισσότερο, τά μάτια μας γιά νά διαβάσουμε τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ καί νά τεντώνουμε τά αὐτιά μας νά Τόν ἀκούσομε, ἀλλά καί νά ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας γιά νά τόν βάλλουμε μέσα. Νά μείνει μόνιμα ἐκεῖ, νά τήν ἀναπλάσει, νά τήν καθαρίσει, νά μᾶς κάνει ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ βαθιά, εἰλικρινά, χαρισματικά!
Σήμερα, τό Εὐαγγέλιο πού εἶναι πάντοτε φῶς τοῦ κόσμου, μᾶς διηγεῖται δυό θαύματα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Παρουσιάστηκε, λέγει, στό Χριστό ἕνας ἐκπρόσωπος ἑνός μεγάλου ἐκκλησιαστι-κοῦ λειτουργοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου καί Τόν παρακάλεσε νά πάει στό σπίτι του, γιά νά θεραπεύσει τήν κόρη του, πού ἦταν ἕτοιμη νά πεθάνει. Καί ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: «ἔρχομαι».
Ἀκούσανε οἱ ἄνθρωποι, πώς θά πήγαινε γιά νά κάνει θεραπεία καί… ἔτρεξαν.
Γιατί ὅλοι μας, ὅταν ἀκοῦμε ὅτι θά γίνει κάτι τό παράξενο μᾶς πιάνει ἡ περιέργεια νά τό δοῦμε. Ὅταν μάλιστα αὐτό τό παράξενο, εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν οὐρανό, τότε τό «ἐνδιαφέρον» μας αὐτό δέν εἶναι μόνο μιά ψεύτικη περιέργεια, ἀλλά εἶναι ἕνας πόθος μας νά αἰσθανθοῦμε ὅτι «στεκόμαστε στά πόδια μας». Καί ὅτι ὅπως πατᾶμε γερά στήν γῆ, ἔτσι πατᾶμε γερά καί στήν πίστη. Καί παίρνουμε δύναμη νά ἐπεκτεινόμαστε σέ ἀγαθά ἔργα καί ἔτσι νά μπορέσουμε πετάξομε, μετά ἀπό πολλά ἀγαθά ἔργα καί εὐσεβῆ καί ἐνάρετη ζωή, στόν οὐρανό, ὅταν μᾶς καλέσει ὁ Θεός.

2. Μᾶς νοιώθει ὁ Χριστός
Γι’ αὐτό ἔτρεξαν πολλοί πίσω ἀπό τόν Χριστό, τόσοι, πού «συνέθλιβον Αὐτόν». Ἔπεφταν ἐπάνω του. Τόν εἶχαν κυριολεκτικά σκάσει. Ἀνάμεσα σ’ αὐτό τό πλῆθος βρέθηκε καί μιά γυναίκα, πού ἔβγαζε συνεχῶς αἷμα. Καί ἡ ὁποία, ταλαίπωρη γυναίκα, δέκα ὀχτώ ὁλόκληρα χρόνια ἔτρεχε ἀπό γιατρό σέ γιατρό. Καί ἔπαθε πολλά. Τό τί τράβηξε δέν λέγεται. Τῆς φάγανε ὅλα τά χρήματα καί στό τέλος, ὄχι μόνο δέν εἶδε ὠφέλεια, ἀλλά πῆγε στό χειρότερο.
Συμβαίνουν αὐτά πάντοτε· καί τότε καί σήμερα.
Ἀκούγοντας ἡ γυναίκα αὐτή ὅτι περνᾶ ὁ Χριστός, ὅτι εἶναι τοῦ Θεοῦ, καί ἔχει δύναμη καί θεραπεύει, πῆγε ἀπό πίσω καί ἔπιασε τό «ἄκρον τοῦ ἐνδύματός Του».
Δέν πῆγε ἀπό πίσω καί Τόν ἀκούμπησε στήν πλάτη, ἀλλά ἔσκυψε βαθιά κάτω, καί ἀκούμπησε τό τελευταῖο ἄκρο ἀπό τό ροῦχο Του, πού σουρνόταν στήν γῆ.
Γιατί; Δέν μποροῦσε νά τόν ἀκουμπήσει ἐλαφρά στόν ὦμο;
Μποροῦσε ἀλλά δέν τό ἔκανε γιατί αἰσθάνθηκε μέσα της εὐλάβεια.
Εἶπε: Τί εἶμαι ἐγώ; Ἀπό τί ὑποφέρω; Ἀπό ἁμαρτίες ὑποφέρω. Καί Αὐτός τί εἶναι; Τοῦ Θεοῦ, εὐλογημένος τοῦ Θεοῦ, ἔχει τήν χάρη καί τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Εἶμαι ἐγώ ἄξια νά πάω καί νά Τοῦ ζητήσω κάτι; Εἶμαι ἐγώ ἄξια νά Τόν ἀκουμπήσω; Ἀλλά καί πῶς νά κάνω ἄν δέν Τόν ἀκουμπήσω κάπου; Πῶς θά ἔρθει ἡ εὐλογία καί ἡ δύναμη Του ἐπάνω μου, γιά νά μέ θεραπεύσει;
Ὅταν κατάλαβε ὁ Χριστός τί ἔγινε, γιατί εἶναι Παντογνώστης, ἄρχισε νά φωνάζει:
-Ποιός Μέ ἀκούμπησε; Κάποιος Μέ ἀκούμπησε.
Τοῦ λέει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος:
-Κύριε τόσος κόσμος εἶναι γύρω σου. Ἐμεῖς λέμε πῶς νά Σέ γλυτώσουμε; Κοντεύ-ουν νά Σέ σκάσουν. Καί ρωτᾶς ποιός Σέ ἀκούμπησε;
Λέει ὁ Χριστός:
-Κάποιος μέ ἀκούμπησε διαφορετικά!
Ὁ Χριστός κατάλαβε, ὅτι Τόν ἀκούμπησε κάποιος ἄνθρωπος, γυρεύοντας κάτι. Τό ροῦχο ἀκούμπησε, πού δέν ἀκούμπαγε πάνω Του, ἀλλά τί σημασία ἔχει αὐτό γιά τόν Παντογνώστη Θεό;
Βλέποντας ἡ γυναίκα αὐτή ὅτι δέν τοῦ ξέφυγε, ἦρθε καί στάθηκε μπροστά Του. Καί τί ἔκανε; Ἔπεσε στά γόνατα καί Τόν προσκύνησε, ἀκουμπώντας τό κεφάλι της στό χῶμα. Καί τοῦ εἶπε ὅλη τήν ἀλήθεια.
Τότε ὁ Χριστός τῆς εἶπε: «Θάρρος κόρη μου. Ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε. Ἄντε στό καλό καί ἀπό τώρα θά εἶσαι καλά». Καί ἔφυγε καί τό αἰσθάνθηκε ἀμέσως ὅτι εἶχε γίνει καλά!

3. Ἀγγίζοντας τήν δωρεά Τοῦ Χριστοῦ
Ἤρθαμε στήν Ἐκκλησία, μέ τήν αἴσθηση ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Καί ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τό ἔλεος, τοῦ Χριστοῦ. Ἴσως ὄχι γιά τό σῶμα μας, ἀλλά ὁπωσδήποτε γιά τήν ψυχή μας. Γιά τόν ἐσωτερικό μας ἄνθρωπο, πού εἶναι προορισμένος νά ἀφήσει μιά ἡμέρα τόν πρόσκαιρο κόσμο καί νά πάει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν πεθαίνουμε, τό σῶμα μας λιώνει καί σαπίζει μέσα στήν γῆ. Καί θά μείνουν γιά λίγα χρόνια μερικά κόκαλα. Μετά θά ψάχνεις καί γιά τά κόκαλα...
Ἀλλά ἡ ψυχή; Ἡ ψυχή μένει. Ὁ «ἔσω ἄνθρωπος» μένει ἄφθαρτος, αἰώνιος! Αὐτόν τόν ἄνθρωπο τόν ἔσω, τόν καταλαβαίνουμε ὅτι εἶναι ἄρρωστος. Ὅτι ὑποφέρει ἀπό κάποια πληγή τῆς ψυχῆς.
Καί ἐρχόμαστε στήν ἐκκλησία, κάτι νά ἀκουμπήσομε, κάτι νά μᾶς ἀκουμπήσει ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, γιά νά γίνει ἡ ψυχή μας καλά. Κάνουμε τόν σταυρό μας. Φιλᾶμε τίς ἅγιες εἰκόνες. Παίρνουμε τήν εὐλογία, πού μᾶς δίνει ὁ παπάς μέ τά λόγια: «Εἰρήνη πᾶσι. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἴη μετά πάντων ὑμῶν». Νά εἶναι ἐπάνω σέ ὅλους σας. «Καί ἔσται τά ἐλέη, τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά πάντων ὑμῶν». Ἀπάνω σέ ὅλους σας.
Τί μεγάλες εὐλογίες, ἀδελφοί μου! Νά τίς σκέπτεται κανείς καί νά λέει: «Τί νά λαχταρήσω περισσότερο στόν κόσμο ἀπό αὐτές τίς εὐλογίες, πού θά μοῦ θεραπεύσουν τήν ψυχή μου καί δέν θά ἔχω τόν κίνδυνο νά σαπίσει, ὄχι τό σῶμα μου πού τό ἔφτιαξε ὁ Θεός φθαρτό, ἀλλά νά σαπίσει ἡ ψυχή μου στόν Ἅδη καί στήν κόλαση!»

4. Στά ἁπλά φαίνεται ἡ εὐλάβεια
Πῶς πῆγε ἡ αἱμορροοῦσα στό Χριστό; Ἀπό πίσω. Προσκύνησε καί ἀκούμπησε τό τελευταῖο ἄκρο τοῦ ἐνδύματος Του.
Ἐμεῖς πῶς πᾶμε, στήν ἐκκλησία;
Μερικές φορές μᾶς πιάνει ἀπογοήτευση, ὅταν βλέπομε, πῶς πᾶνε οἱ χριστιανοί νά κοινωνήσουν. Ὅλοι μαζί. Τσακώνονται, ποιός θ’ ἁρπάξει πρῶτος τό μάκτρο, πού εἶναι σκεπασμένο τό Ἅγιο Ποτήριο. Τσακώνονται ποιός νά κοινωνήσει πρῶτος. Καί ἅμα, τό τραβάει καί κάποιος ἄλλος, τόν ἀγριοκοιτάζει ὁ πρῶτος, σάν νά τοῦ λέει: «Θά σέ συγυρίσω».
Πόσο διαφέρουμε ἀπό τήν αἱμορροοῦσα!
Ποιός εἶναι ὁ σωστός τρόπος; Πᾶμε νά κοινωνήσουμε μέ τή σειρά, ὁ ἕνας πίσω ἀπό τόν ἄλλον. Ὅταν φτάσουμε μπροστά στό Ἅγιο Ποτήριο, πρίν ἐρθεῖ ἡ σειρά μας, κάνουμε ἕνα προσκύνημα χαμηλό, καί λέμε στό Χριστό: «Χριστέ μου, τό ροῦχο Σου θέλω νά πιάσω, σάν τήν αἱμορροοῦσα. Ἐσύ μέ ἀξιώνεις νά μοῦ δώσεις τό Σῶμα Σου καί τό Αἷμα Σου! Τί εἶμαι ἐγώ, Χριστέ μου;»
Ἀλλά, ἀντί νά κάνουμε ἔτσι, μερικές φορές, ἔχουμε δεῖ ἀνθρώπους πού βρίστηκαν! Ναί, βρίστηκαν, λίγο πρίν ἀνοίξουν τό στόμα τους νά κοινωνήσουν! Ποιά εὐλάβεια ὑπάρχει μέσα στήν ψυχή τους; Τί εὐγένεια εἶχε μπροστά στό Χριστό, ἡ αἱμορ-ροοῦσα! Καί τί βαρβαρότητα, δείχνουμε ἐμεῖς, ὅταν πᾶμε νά κοινωνήσουμε.
Νά θυμηθοῦμε καί κάτι ἄλλο. Ἔρχεται ἡ ὥρα, νά προσκυνήσουμε τόν Ἐπιτάφιο ἤ τό Σταυρό, τήν Μεγάλη Πέμπτη. Ὤ, τί γίνεται πάλι! Τί γκρίνιες καί τί σπρωξίματα, πού βλέπουμε σέ μερικές περιπτώσεις! Δέν εἶναι κρίμα; Πόση εὐγένεια πρέπει νά δείχνου-με, μέσα στήν ἐκκλησία! Μπροστά στό Χριστό πρέπει νά εἴμαστε ἄγγελοι. Γεμάτοι ἀπό εὐγένεια, γεμάτοι ἀπό καλοσύνη, γεμάτοι ἀπό εἰρήνη ψυχῆς, γεμάτοι ἀπό ταπείνωση, γεμάτοι ἀπό ὑποχωρητικότητα.
Καί νά κάνουμε τή σκέψη: «Στήν ἐκκλησία μπήκαμε. Μέσα σέ ἕνα θησαυροφυλά-κιο πνευματικό. Πρέπει νά ἔχουμε τά χέρια μας ἁπλωμένα, νά ἁρπάξουμε, ὅσο μπο-ροῦμε περισσότερα». Πῶς θά γίνει αὐτό; Ὅσο μεγαλύτερη εὐλάβεια ἔχουμε, τόσο περισσότερα ἁρπάζουμε.
Τί λέμε στήν Θεία Λειτουργία; «Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας». Ὅταν ὁ παπάς λέει: «ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας», σηκώνει καί τά χέρια του, πρός τά πάνω. Γιατί; Γιατί ὅταν ἁπλώνουμε τήν καρδιά μας πρός τά πάνω, εἶναι σάν νά ἁπλώνουμε τά χέρια μας, γιά νά μᾶς τά γεμίσει ὁ Σωτήρας μας καί Κύριός μας, ἡ πηγή ὅλων των ἀγαθῶν, τῶν ἐπιγείων ἀλλά καί τῶν ἐπουρανίων. Τά ἁπλώνουμε, γιά νά μᾶς γεμίσει τά χέρια, τῆς ψυχῆς μας τά χέρια, τήν ψυχή μας καί τήν καρδιά μας, μέ τό ἔλεός Του καί μέ ὅλα Του τά ἀγαθά.
Γι’ αὐτό ἐρχόμαστε στήν ἐκκλησία. Καί ὅσο περισσότερη εὐλάβεια ἔχομε, τόσο περισσότερη χάρη καί ἔλεος θά πάρουμε.

5. Ἡ ἐπιτυχία
Μιλήσαμε γιά τήν αἱμορροοῦσα. Γιά τήν γυναίκα, πού εἶχε τόσο βαθειά εὐλάβεια καί τήν ἄγγιξε ὁ Χριστός δίνοντάς της τήν θεραπεία, σέ σῶμα καί ψυχή.
Ἡ γυναίκα αὐτή, ὅταν γύρισε στό σπίτι της, ἔφτιαξε ἕνα ἀνδριάντα. Ἔφτιαξε τόν Χριστό, ἀνδριάντα. Χάλκινο. Καί μπροστά Του τόν ἑαυτό της νά προσκυνάει. Γονατιστή κάτω. Γιά νά δείξει τήν εὐγνωμοσύνη της, τήν εὐχαριστία της στόν Χριστό! Καί σωζόταν αὐτό τό ἄγαλμα μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Πέρασα, γράφει ἕνας ἱστορικός, ἀπό τό χωριό τάδε, ἔξω ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ καί εἶδα ἔξω ἀπό τό σπίτι τῆς αἱμορροούσης, μπροστά στό σπίτι της τό ἄγαλμα, εὐχαριστία στόν Χριστό, γιατί τήν ἐθαράπευσε! Καί τόν ἑαυτό της γονατιστό μπροστά, στό ἄγαλμα τοῦ Χριστοῦ!
Ἡ μεγαλύτερη σοφία στόν ἄνθρωπο εἶναι νά ἔχει φόβο Θεοῦ. Γιατί, ὅταν ἔχει φό-βο Θεοῦ καί εὐλάβεια, ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα γίνεται σοφός στά ἀληθινά, στά ἐπουράνια, στά πνευματικά. Ἀμήν.-

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία στόν Ἄσσο στίς 6/11/1994