Εισόδια της Θεοτόκου

1. Ἡ Ἐκκλησία κομμάτι τοῦ Παραδείσου

Γιορτάζουμε, σήμερα, τά Εἰσόδια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στόν Ναόν. Καί γιά νά τά ἑορτάσουμε ἤρθαμε, καί κάναμε καί ἐμεῖς τήν δική μας εἴσοδο στόν Ναόν. Θά κάνομε, λοιπόν, μιά σύγκριση τοῦ τότε Ναοῦ, τοῦ τώρα Ναοῦ, τῆς εἰσόδου τῆς Παναγίας, καί τῆς δικῆς μας εἰσόδου μέσα στόν Ναό τοῦ Θεοῦ, γιά νά ὠφεληθοῦμε.
Ἡ Ἐκκλησία, μᾶς λέει ἕνας Ἅγιος, εἶναι ἕνα κομμάτι ἀπό τόν παράδεισο. Δέν εἶναι ἕνας συνηθισμένος τόπος, πού ἁπλῶς πηγαίνουμε γιά νά προσευχηθοῦμε. Εἶναι ἕνα κομμάτι ἀπό τόν παράδεισο. Ἐκεῖ περπατάει ὁ Θεός, μᾶς μιλάει ἀπό κοντά, Τόν βλέπουμε καί παίρνουμε τήν εὐλογία Του. Εἶναι ἐντελῶς διαφορετικός κόσμος ἡ ἐκκλησία ἀπό τόν ἔξω κόσμο. Ἄν θέλει νά πεῖ κανείς τί εἶναι οἱ ἐκκλησίες, λέει ἕνας ἄλλος Ἅγιος, θά ἔλεγε: «ὅ,τι εἶναι στόν οὐρανό τά ἄστρα μιά νύχτα κατασκότεινη, ἔτσι εἶναι καί οἱ ἐκκλησίες μέσα στόν κόσμο. Εἶναι ἡ ὀμορφιά, ἡ χαρά, καί ἡ ἐλπίδα». Καί ὅταν ρωτήσει κανείς, «τί εἶναι τό καμπαναριό μέ τό Σταυρό ἐπάνω στήν κορυφή;» ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἁγίου εἶναι: «Τό χέρι τοῦ Θεοῦ, τό δάχτυλο τοῦ Θεοῦ, πού δείχνει: ἐδῶ εἶναι ὁ τόπος πού πρέπει νά ἔρχεστε, γιά νά παίρνετε τήν εὐλογία. Ἀπό ἐπάνω τό δάχτυλο τοῦ Θεοῦ, ὁ Σταυρός, πρός τά ἐπάνω φαίνεται νά πηγαίνει, ἀλλά πρός τά κάτω δείχνει, σέ μᾶς τό δείχνει καί μᾶς λέει «ἐδῶ νά ἔρχεστε». Δέν δείχνει ὁ σταυρός τόν ἅγιο αὐτό τόπο, στόν Θεό, οὔτε στούς Ἀγγέλους, σέ μᾶς τόν δείχνει.
Αὐτή εἶναι μιά ἀμυδρή εἰκόνα, τοῦ τί εἶναι ἡ ἐκκλησία.
Τί σημαίνει ἐκκλησία, Ναός τοῦ Θεοῦ;
Διαβάζουμε τήν Ἁγία Γραφή γιά νά τό καταλάβουμε.

2. Ὡς φοβερός ὁ τόπος οὗτος
Δέν ἐμπιστευόμαστε στό μυαλουδάκι μας. Καί βρίσκουμε στήν Ἁγία Γραφή, ὅτι κάποτε ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ πῆρε τόν δρόμο γιά τήν Χαράν, πού ἦταν οἱ συγγενεῖς τῆς μητέρας του, τῆς Ρεβέκκας. Καί στό δρόμο χρειάστηκε νά κοιμηθεῖ, γιά νά περάσει τήν νύχτα. Ἔβαλε μιά πέτρα γιά προσκέφαλο καί κοιμήθηκε στήν γῆ. Καί τότε εἶδε ἕνα ὄνειρο. Εἶδε τόν οὐρανό ἀνοιχτό καί δίπλα του νά στέκει μιά σκάλα, πού ἔφτανε μέχρι τόν οὐρανό. Στήν κορυφή, ἐπά-νω στόν οὐρανό, στήν σκάλα καθόταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Καί στήν σκάλα, ἐπάνω, ἀνέβαιναν καί κατέβαιναν δίπλα Του οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ.
Ξύπνησε ὁ Ἰακώβ, μετά τό ὄνειρο αὐτό, καί εἶπε: «ὡς φοβερός ὁ τόπος οὗτος» τί φοβερός πού εἶναι αὐτός ὁ τόπος! Πόσο ἐμπνέει δέος! Πόσο μέ κάνει νά τρομάζω στήν σκέψη, ὅτι ἐγώ, ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλός, ἀκούμπησα τό σῶμα μου σέ ἕνα τέτοιο τόπο ἅγιο, πού εἶναι ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ! Γιατί, γιά νά κατεβαίνουν ἀπό τόν θρόνο τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἄγγελοι στήν γῆ, σ’ αὐτό τό σημεῖο, αὐτή εἶναι ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ. Καί πῆρε τήν πέτρα ἐκείνη καί τήν ἔστησε, τήν προσκύνησε καί εἶπε ὅτι «αὐτός ὁ τόπος εἶναι οἶκος Θεοῦ». Καί ἀπό τότε ἔμεινε ἱερός, γιά ὅλους τούς εὐσεβεῖς ἀνθρώπους στόν κόσμο.

3. Μπές «ξυπόλυτος»
Διαβάζουμε στήν Ἁγία Γραφή μιά ἄλλη ἱστορία.
Ὁ Μωυσῆς βρίσκεται στό Σινά. Καί ἐκεῖ πέρα, διωγμένος ἀπό τήν Αἴγυπτο, ἔχει γίνει τσοπάνης καί βόσκει τά πρόβατα τοῦ πεθεροῦ του. Καί μιά ἡμέρα, γυρίζοντας στήν ἔρημο, βλέπει ἕνα βάτο, ἕνα ἰδιότυπο δέντρο τοῦ Σινᾶ, νά ἔχει φουντώσει, νά ἔχει πιάσει φλόγες. Καί οἱ φλόγες νά τό καῖνε συνεχῶς καί νά μεγαλώνουν, νά φουντώνουν οἱ φλόγες, ἀλλά τό δέντρο νά μήν καίγεται. Ἡ βάτος ἔμενε ἄφλεκτος, δέν καιγόταν. Δέν γινόταν, οὔτε κάρβουνα οὔτε στάχτη.
Ἐπλησίασε, λοιπόν, μέ τήν σκέψη: «πάω νά δῶ ἀπό κοντά τί εἶναι αὐτό τό παράξενο πράγμα». Καί ὅταν πλησίασε, ἄκουσε φωνή, φωνή ἀπό τήν βάτο, τήν φωνή τοῦ Κυρίου πού τοῦ ἔλεγε: «Μωυσῆ, Μωυσῆ, μήν πλησιάζεις στόν τόπο αὐτό, γιατί εἶναι ἅγιος. Βγάλε τό ὑπό-δημα ἀπό τά πόδια σου». Δηλαδή, ἤθελε νά τοῦ πεῖ: «Πλησίασε, ὄχι ὅπως ἐρχόσουν πρῶτα, ἀλλά μέ εὐλάβεια μέ φόβο Θεοῦ, μέ ταπείνωση, μέ κατάνυξη». Αὐτό τό νόημα εἶχε τό «βγάλε τά παπούτσια σου προηγουμένως γιά νά πλησιάσεις». Καί ὁ Μωυσῆς πλησίασε, ἀφοῦ ἔβγαλε τά παπούτσια του, καί ὁ Θεός τοῦ μίλησε καί τοῦ εἶπε: «Σέ ὅρισα νά πᾶς στήν Αἴγυπτο καί νά βγάλεις τόν λαό μου ἀπό τήν δουλεία στόν Φαραώ».
Ἡ δουλεία στόν Φαραώ δέν ἦταν τίποτε, κατά τά λόγια τοῦ Κυρίου, τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καί ὅλης της παραδόσεως τῆς πίστης μας, μπροστά στήν δουλεία στόν νοητό Φαραώ, τόν διά-βολο, τήν ἁμαρτία, πού ἀπειλεῖ, ὄχι τό σῶμα μέ κακοπάθεια προσωρινή, γιά ἕνα, δυό, τρία, πέντε χρόνια, ἀλλά τήν ἀθάνατη ψυχή σέ αἰώνια ἀπώλεια, γιά ὁλόκληρη τήν αἰωνιότητα γιά τόν καθένα πού ὑποδουλώνεται στόν νοητό Φαραώ.
Σωτήρας ἦταν ὁ Μωυσῆς γιά τούς Ἑβραίους. Ἀλλά ἡ σωτηρία, πού τούς ἔδωκε ὁ Μωυ-σῆς, μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἐλάχιστη καί μηδενική μπροστά σέ ἐκείνη τήν σωτηρία, πού μᾶς ἔδωσε ὁ νέος Μωυσῆς, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἦρθε στόν κόσ-μο γιά μᾶς.

4. «Ἴσιοι» ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων
Ἐρχόμαστε τώρα στό θέμα μας.
Γιά τήν λατρεία τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ ἔφτιαξαν καί οἱ Ἑβραῖοι, κατ΄ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, στήν Ἱερουσαλήμ τόν Ναό. Πήγαιναν ἐκεῖ καί προσεύχονταν καί κάνανε τίς θυσίες τους. Καί ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα, ἄνθρωποι ἐνάρετοι, παρακαλοῦσαν τόν Θεό νά τούς δώσει τέκνο, γιά εὐλογία τῆς ζωῆς τους καί τοῦ σπιτιοῦ τους. Τούς ἄκουσε ὁ Θεός καί τούς ἔδωσε θυγατέρα. Τήν Παναγία.
Καί ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα σκέφτηκαν, ὅτι αὐτό τό παιδί πρέπει νά τό ἀφιερώσουν στόν Θεό, τό δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι δικό Του. Ὅταν, λοιπόν, ἔγινε τριῶν χρονῶν καί λίγο περισσότε-ρο, τότε ἀπογαλακτίζονταν τά παιδιά, τότε θεωροῦνταν ὅτι ἔπαψαν νά εἶναι πιά νήπια-βρέ-φη, τήν πῆραν νά τήν πᾶνε στήν ἐκκλησία, γιά νά τήν ἀφιερώσουν στόν ναό. Καί πῆγαν πῶς; Ὅπως πηγαίνουμε καί ἐμεῖς νά κάνουμε τό βάπτισμα τῶν παιδιῶν μας, πανηγυρικά, μέ τιμή μεγάλη! Καί αὐτοί, ὅσο πιό ὡραῖα μποροῦσαν, τήν ἔκαναν τήν πανηγυρική αὐτή τελετή. Καί ἀφιέρωσαν τήν Παναγία στόν ναό.
Μόνο πού ξέρετε τί συνέβαινε ;
Ἡ Ἄννα καί ὁ Ἰωακείμ ἦταν ἴσοι ἄνθρωποι. Καί παρακολουθοῦσαν τούς λογισμούς τους καί τήν καρδιά τους, ἄν εἶναι ἴσοι μέ τούς ἀνθρώπους, ἴσοι καί μέ τόν Θεό. Καί ὄχι νά περπατοῦν λοξά καί βολικά. Γι’ αὐτό, ὅταν εἶπαν «ἀφιερώνουμε τό παιδί μας», ἤξεραν τί ἔκαναν: «τό ἀφιερώνουμε» εἶπαν, «ὁλοκληρωτικά, ἀπό τήν καρδιά μας, ὄχι μέ μισή καρδιά. Εἶναι κέρδος, γιά τό παιδί μας, νά εἶναι κοντά στόν Θεό, δέν εἶναι ζημία. Ἅμα τό καταλαβαίνουμε ὅτι εἶναι ζημία, δέν ξέρουμε τί μᾶς γίνεται οἱ ταλαίπωροι, ὁλοκληρωτικά». Καί γι’ αὐτό, πρίν νά τό πᾶνε στό Ναό, σ’ αὐτή τήν βρεφική ἡλικία τό δίδασκαν, ὅτι ἡ ὀμορφιά τῆς ζωῆς δέν εἶναι στό σπίτι καί στούς δρόμους μέ τά παιχνίδια, ἀλλά εἶναι στήν Ἐκκλησία.
Γι’ αὐτό, ὅταν μπῆκε ἡ Παναγία στήν ἐκκλησία, χοροπηδοῦσε ἀπό τήν χαρά της, γράφει τό συναξάρι καί ἡ ἱστορία τῆς ἐκκλησίας. Καί μέσα στήν ἐκκλησία, παρότι τόσο μικρό παιδάκι, φρόντιζε νά ἀγαπάει τήν ἐκκλησία καί τόν Θεό μέ ὅλη Της τήν καρδιά. Ἀλλά, ὅσο τήν ἀγαποῦσε τήν ἐκκλησία καί τόν Θεό καί τό ἔκανε χαρά Της πού ἦταν στήν ἐκκλησία, τόσο κατέβαινε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στόν νοῦ καί στήν καρδιά Της. Λέει τό συναξάρι, κατέβαινε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ καί Τῆς πήγαινε τροφή. Ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ Τῆς κατέβαζε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ στό στόμα, στό σῶμα, στήν καρδιά, στόν νοῦ, σέ ὁλόκληρο τόν ἑαυτό Της.
Καί αὐξάνοντας ἡ Παναγία σέ ἡλικία μέ τά χρόνια, αὔξανε καί σέ χάρη τοῦ Θεοῦ τόση, πού εἶχε πιά, θά λέγαμε, τήν πληρότητα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Εἶχε ἀποκτήσει τόση χάρη, πού εἶχε γίνει ἕνα ἀπό τά ἁγιότερα πλάσματα ἐπάνω στόν κόσμο.
Καί γι’ αὐτό ὁ Θεός Τήν ἐπέλεξε, νά γίνει Μητέρα τοῦ Υἱοῦ Του. Νά γεννηθεῖ ἀπό Αὐτή ὁ Υἱός Του γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου, γιά τήν σωτηρία μας, ὁ Νέος Μωυσῆς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ἐλευθερωτής τῶν ψυχῶν μας. Νά πάρει σάρκα καί αἷμα ἀπό Αὐτήν.
Γιατί χρειαζόταν, νά εἶναι παρθένος ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ καί Ἁγία καί Παναγία ;
Ἀπάντηση, ἀδελφοί μου: Νά μήν βγάζουμε ἐμεῖς τό συμπέρασμα ὅτι: «ὅ,τι βρωμιά καί ἄν ἔχει ἐπάνω του ὁ ἄνθρωπος καλή εἶναι, ἀφοῦ καί ὁ Χριστός, γιά Μητέρα Του, διάλεξε μιά κάποια βρώμα». Γι’ αὐτό διάλεξε τήν ὀμορφότερη καί ἁγιότερη γυναίκα στόν κόσμο, πού εἶχε γίνει ἡ Ἁγία Μαρία, μέ τέτοια ἀφιέρωση ἀπό τούς γονεῖς της καί μέ τέτοια ζωή, ἀπό δική της διάθεση, μέσα στήν ἐκκλησία, ὥστε νά γίνει σκεῦος ἐπιλογῆς καί ἐκλογῆς, γιά νά γίνει Μητέρα τοῦ Χριστοῦ.
Ἔγινε πρῶτα Ναός τοῦ Θεοῦ ἡ καρδιά Της, ἀφοῦ ἀγαποῦσε τόν Θεό μέ ὅλη της τήν καρδιά, ἴσια, πρός τά ἐμπρός, τολμηρά, δυναμικά. Καί μετά Τήν ἀξίωσε ὁ Θεός νά γίνει καί σωματικά Ναός τοῦ Θεοῦ. Νά ρθεῖ ὁ Υἱός Του καί νά γίνει μέσα Της ἄνθρωπος, παίρνοντας σάρκα καί ὀστᾶ ἀπό Αὐτήν, ἀπό τά αἵματά Της, ἀπό τά κύτταρά Της, ἀπό τό ἐγώ Της, ἀπό τόν ψυχοσωματικό Της κόσμο.

5. Ἀλήθεια, ἐρχόμαστε στήν ἐκκλησία;
Ἐρχόμαστε τώρα σέ μᾶς. Εἴμαστε χριστιανοί. Καί καταλαβαίνουμε, ἀπό τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, ὅτι καί ἐμεῖς πρέπει νά κάνουμε τά εἰσόδια μας στήν ἐκκλησία. Γι’ αὐτό εἴμαστε, θά πεῖτε, στήν ἐκκλησία. Εἰσόδια κάνουμε καί ἐμεῖς. Μπαίνουμε καί ζητᾶμε, ζητᾶμε. Τί ζητᾶμε; Πολλά!
-Καλά κάνουμε! Περισσότερα ἔπρεπε νά ζητᾶμε καί πιό βαθιά καί πιό μεγάλα.
Τό πρόβλημα εἶναι πώς μπαίνουμε ἐμεῖς. Ἐμεῖς δέν μπήκαμε τριάμισι χρονῶν, πρώτη φορά, στήν ἐκκλησία. Ἐπίσημα μπήκαμε στίς σαράντα ἡμέρες. Μᾶς πῆρε ὁ παπάς καί μᾶς γύρισε μέσα στήν ἐκκλησία, καί τά ἀγόρια γύρω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα, λέγοντας, ὅτι πρέπει νά γίνουμε καί ἐμεῖς κατοικητήρια τοῦ Θεοῦ. Νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό. Νά γίνουμε τέκνα Του.
Κάποια ἄλλη μέρα, ἤρθαμε, μᾶς φέρανε πανηγυρικά καί βαπτιστήκαμε. Γίναμε τέκνα τοῦ Θεοῦ καί ἐνδυθήκαμε τόν Χριστό. Καί ἀπό τότε ἐρχόμαστε στήν ἐκκλησία.
Ἀλήθεια, ἐρχόμαστε στήν ἐκκλησία;
Ναί καί ὄχι. Τό πόσο τήν ἐκτιμᾶμε τήν ἐκκλησία φαίνεται, ἀπό τό πόσο πᾶμε ὁ καθένας. Εἶναι πηγή ἁγιασμοῦ ἀνάλογα ἀπό τό πόσο πᾶμε, καί ἀπό τό πῶς σκεφτόμαστε, καί πῶς ὑπολογίζουμε ἐκεῖνα, πού ἀκοῦμε. Ἅμα κάνουμε ἀπολογισμό, ἀδελφοί μου, θά εἶναι λιγάκι πικρός ὁ ἀπολογισμός, δέν εἶναι γιά μᾶς καλός.
Ἡ Παναγία βρισκόταν σέ μιά σκιά ναοῦ. Ναός, τύπος καί σκιά ἦταν ἐκεῖνος ὁ Ναός, στόν ὁποῖο μπῆκε. Ἐμεῖς εἴμαστε σέ ἀληθινό Ναό τοῦ Θεοῦ. Μέσα στόν ὁποῖο εἶναι θρονιασ-μένος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Καί στόν ὁποῖο μέσα, μᾶς μεταδίδεται ὁ «Ναός τοῦ Θεοῦ» ὁ Χριστός, τροφή γιά σῶμα καί γιά ψυχή. Χιλιάδες φορές ἀνώτερη, ἀπό ἐκείνη πού ἔπαιρνε ἀπό τά χέρια τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ἡ Παναγία. Γιατί, ποιά εἶναι αὐτή ἡ τροφή; Τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τρῶμε τόν ἴδιο τόν Χριστό γιά τόν ἁγιασμό μας, γιά τήν ἄφεση, γιά τήν κάθαρση, γιά τήν ὑγεία, γιά τήν ἁγιοσύνη-ἁγιότητα, καί γιά κάτι παραπάνω. Γιά τήν θέωση! Πούντη αὐτή ἡ θέωση; πούντη; Ποιός εἶναι στραβός; Ὁ γιαλός εἶναι στραβός ἤ ἐμεῖς στραβά ἀρμενίζομε; Πέστε, ἀδελφοί μου, ποιός εἶναι στραβός ;
Τί δέν πάει καλά, ἀδελφοί μου ;
Ὅτι ἡ Παναγία πήγαινε στήν ἐκκλησία «ἴσια». Ἐμεῖς δέν πᾶμε ἴσια στήν ἐκκλησία. Οὔτε μπαίνουμε ἴσια. Οὔτε στεκόμαστε ἴσια μέσα στήν ἐκκλησία, μέ τούς ἐντελῶς καλούς λογισ-μούς πού θά ἔπρεπε νά κάνουμε. Σ’ αὐτό τό σημεῖο θά πρέπει, λιγάκι, νά ἀρχίσουμε νά διορθωνόμαστε.
Λέει ἕνας Ἅγιος, ἀπό τούς μεγαλύτερους Ἁγίους, πού λέγεται Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος: Ἕνα «Κύριε ἐλέησον» μέσα στήν ἐκκλησία ἀξίζει γιά χίλια «Κύριε ἐλέησον» στό σπίτι. Πόσο θά ἔπρεπε νά λαχταρᾶμε νά βρεθοῦμε στήν ἐκκλησία, γιά νά κάνουμε λίγες προσευχές, πού νά ἀξίζουν γιά πολύ! Καί πῶς θά πρέπει νά τίς κάνομε, γιά νά ἀξίζουν, πράγματι γιά πολύ, αὐτές οἱ προσευχές μας ;
Αὐτά τά πράγματα νά τά σκεφτόμαστε, λιγάκι πιό ἤρεμα, λιγάκι πιό βαθιά, λιγάκι πιό ἴσια. Καί δοξολογώντας τόν Κύριο καί γιά τήν μεγάλη Του δωρεά νά ἔχουμε, καί νά προσκυνοῦμε τήν πάνσεπτη εἰκόνα τῆς Παναγίας μας. Τήν Παναγία, πού εἶχαν καί οἱ πατέρες μας καύχημα καί στόλισμα στήν πόλη, τήν Παναγία τήν Πρεβεζάνα.
Ἄς Τήν ἐπικαλούμαστε, μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς μας, τήν Παναγία Μητέρα μας. Νά γίνει πρότυπο γιά μᾶς. Νά ζεσταίνει τίς καρδιές μας. Νά δυναμώνει τήν βούλησή μας καί τήν διάθεσή μας. Καί νά γίνομε, καί ἐμεῖς, ἀγαπημένα καί ἐκλεκτά, εὐλογημένα καί ἅγια τέκνα τοῦ ἐν οὐρανοῖς Πατέρα μας. Ἀμήν!

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία πού ἔγινε στήν Παναγία τῶν Ξένων στίς 21/11/2005.