Για μια καλή προετοιμασία

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
(Ματθ. 1, 1-25)

1. Ὅλοι ἔτσι κάνουν
Σέ λίγες ἡμέρες ἔχομε τήν μεγάλη καί ἁγία ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο. Ἦλθε στόν κόσμο γιά μᾶς καί γιά τή σωτηρία μας. Καί ἐμεῖς, ὅσο καί ἄν εἴμαστε ἄνθρωποι ἁπλοί, ὅσο καί ἄν εἴμαστε ἄνθρωποι χωρίς ἰδιαίτερες θεολογικές γνώσεις καί χωρίς αὐστηρή πνευματική ζωή, ὅσο καί ἄν εἴμαστε πνευματικά ἀδιάφοροι, τίς ἑτοιμασίες μας ἐν ὄψει τῆς ἑορτῆς δέν τίς παραλείπομε ποτέ.
Ἀκόμη καί ἄν εἴμαστε ἀλειτούργητοι καί ἀλιβάνιστοι, καί στήν Ἐκκλησία δέν πηγαίνουμε παρά μόνο στά μνημόσυνα, στίς κηδεῖες καί στούς γάμους, ἀκόμα καί τότε, ὅταν πλησιάζει ἡ μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων κάνομε ἕνα σωρό προετοιμασίες.
Ἑτοιμάζομε φαγητά. Ἑτοιμάζομε γλυκά. Ἑτοιμάζομε ὡραῖα ροῦχα, καινούργια. Ἑτοιμάζουμε τό σπίτι μας, τό στολίζουμε. Παίρνομε ὡραῖα δῶρα γιά ὅλους μέσα στό σπίτι, ὅσο μποροῦμε καλύτερα καί περισσότερα. Γιατί θέλομε τήν μεγάλη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, νά τήν ζήσουμε λίγο διαφορετικά.
Αὐτή τήν ἡμέρα ἀκόμα καί οἱ ἀλιβάνιστοι καί οἱ ἀλειτούργητοι ἀνάβουν τό καντηλάκι τους, ἐνῶ τίς ἄλλες ἡμέρες συνήθως τό ξεχνᾶνε. Τήν ἡμέρα ὅμως τῶν Χριστουγέννων δέν τό ξεχνᾶνε ποτέ.
Καί κάνομε ὅλοι μέ εὐλάβεια τήν προσευχή μας. Καί χωρίς νά τό λέμε ἴσως μέ λόγια, ἀλλά μέσα ἀπό τήν καρδιά μας, παρακαλοῦμε τόν Κύριο καί σωτήρα μας Ἰησοῦν Χριστό, νά μᾶς δώσει λίγη περισσότερη χαρά ἀπ' ὅτι ἔχομε τίς ἄλλες ἡμέρες τῆς ζωῆς μας καί νά τήν κά-νει αὐτή τήν χαρά, λίγο πιό σταθερή καί πιό μόνιμη.
Ἑτοιμαζόμαστε λοιπόν πολύ· δυνατά· σοβαρά· διαθέτοντας χρόνο καί σπαταλώντας χρήματα, γιά νά διασκεδάσομε καί νά περάσομε καλά τήν μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων. Ἀλλά δέν ἐνδιαφερόμαστε παράλληλα, νά ἑτοιμαστοῦμε ὅσο πρέπει, καλά, ἐσωτερικά, ψυχι-κά. Ἐδῶ εἶναι τό λάθος μας.

2. Ἡ φυσική δυσωδία ὑποφέρεται· ἡ πνευματική ὄχι
Ὅλα αὐτά καλά εἶναι. Ὅλα γίνονται εἰς δόξαν τοῦ Κυρίου μας. Καί πρέπει νά τά κάνο-με, ὅλα αὐτά πού εἴπαμε προηγουμένως εἰς δόξαν τοῦ Κυρίου μας. Ἀλλά πρέπει νά κάνομε καί κάτι περισσότερο. Ποιό εἶναι αὐτό;
Ἄς θυμηθοῦμε τί λέει τό Εὐαγγέλιο. Ὁ Χριστός εἶχε κατεβεῖ στή γῆ. Εἶχε ἐνοικήσει, εἶχε κατοικήσει, στήν ἄχραντη καί καθαρή κοιλία τῆς Παναγίας μητέρας του. Καί Παναγία μας, πήγαινε στήν Βηθλεέμ μαζί μέ τόν ἅγιο καί δίκαιο Ἰωσήφ γιά νά ἀπογραφοῦν. Ἐκεῖ ἔψαχναν γιά τόπο· ποῦ νά σταθοῦν, ποῦ νά ξενυχτήσουν καί ποῦ νά γεννήσει ἡ Παναγία Μαρία, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ καί σωτήρα τοῦ κόσμου, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Γιατί εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα τῆς Γεννήσεώς Του.
Ἔψαχναν, ἀλλά δέν βρῆκαν πουθενά τόπο. Δέν τούς δέχθηκαν πουθενά. Δέν εἶχαν πουθενά χῶρο διαθέσιμο γιά τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ. Καί κατέληξαν σέ ἕνα σπήλαιο, σέ ἕνα μαντρί, γεμᾶτο ἀπό κοπριές. Γεμᾶτο βρώμα καί δυσωδία. Φυσική δυσωδία, ἀπό τό ζῶα.
Ἴσως νά ἦταν θέλημα Θεοῦ.
Γιατί δέν ἔπρεπε ἡ Παναγία, νά γεννήσει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, σέ κάποιο σπίτι πού θά βρωμοῦσε ἀπό δυσωδία ψυχῆς. Ἀπό δυσωδία ἁμαρτιῶν.
Καί προτίμησε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού ἦλθε στόν κόσμο γιά νά γεμίσει τίς ψυχές, τόν κόσμο, τά παιδιά του τά παραστρατημένα, μέ εὐωδία, μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προτίμησε νά γεννηθεῖ τότε στήν βρώμα τῶν ζώων, τήν φυσική, παρά νά γεννηθεῖ σέ σπίτι πού θά βρώμαγε ἀπό τήν βρώμα τήν πνευματική τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν παθῶν τῶν ἀνθρώπων.
Καί τί παράξενο τό θαῦμα πού ἔγινε! Λέει τό τροπάριο πού ἀκούσαμε: Μόλις ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔκανε τήν ἐμφάνισή του καί βγῆκε ἀπό τήν κοιλία τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, «ἔγινε οὐρανός τό σπήλαιο, καί θρόνος χερουβικός ἡ Παναγία».
Καί ἡ φάτνη, μέσα στήν ὁποία τόν ἔβαλαν, ἔγινε οὐρανός καί θρόνος καί γέμισε τό σπήλαιο ἀπό ἁγίους ἀγγέλους, πού δόξαζαν τόν Θεό καί ἔλεγαν: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Πῶς ἔγιναν ὅλα αὐτά; Ἀκούσατε τί εἶπε τό Εὐαγγέλιο;
Εἶπε ὁ ἄγγελος στόν ἅγιο καί δίκαιο Ἰωσήφ: «Θά γεννήσει ἡ Μαρία ἕνα παιδί. Θά τό ὀνομάσεις Ἰησοῦ». Ἡ λέξη «Ἰησοῦς» σημαίνει σωτήρας· σωτηρία σημαίνει. Αὐτό τό παιδί, ἕνα μωρουδάκι μόλις πού γεννήθηκε, θά σώσει τόν λαό του. Γιατί ὁ κόσμος ὅλος εἶναι λαός του. Εἴμαστε δικοί του. Ἀνήκουμε σ’ Αὐτόν. Ἀπό τήν ἐποχή πού ἔπλασε τόν πατέρα μας τόν Ἀδάμ καί ὅλους τούς προπάτορές μας, σ’ Αὐτόν ἀνήκομε. Αὐτός εἶναι ὁ Κύριος, ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ Βασιλέας μας, ὁ σωτήρας μας. Αὐτός θά σώσει τόν λαό του ἀπό τήν λάθος πορεία πού ἔχει πάρει καί θά τόν ξαναφέρει στήν ζωή τῆς χαρᾶς καί τῆς εἰρήνης καί στήν αἰώνια ζωή τῆς Βασιλείας του.

3. Ναί, γίνεται ὁ σταῦλος οὐρανός
Τί καλά πού θά ἦταν, νά φροντίζαμε καί ἐμεῖς νά κάνομε τόν σταῦλο, τό σπήλαιο, τό μαντρί τῆς καρδιᾶς μας, μέ τήν παρουσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὐρανό καί θρόνο!
Τί ὡραῖα πού θά ἦταν, ἄν μέ τήν ἴδια φροντίδα πού κάνομε τίς κοσμικές προετοιμασίες γιά τήν γιορτή, προετοιμάζαμε τόν ἑαυτό μας νά γίνει κατοικητήριο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ! Πῶς;
Διώχνοντας ἀπό μέσα μας λίγη ἀδιαφορία. Διώχνοντας λίγη «ἰσοπέδωση τῶν πάν-των». Ἤ μήπως ὅταν ἰσοπεδώνουμε τήν ψυχή μας γιά λίγα ψίχουλα ἁμαρτίας, δέν γίνεται ἡ χειρότερη ἰσοπέδωση;
Ἀλλά αὐτό δέν κάνομε, ὅταν τίς ἀρετές καί τήν καλωσύνη καί τήν ἀγάπη τίς ἐκτιμᾶμε ἴσα μέ τήν ἁρπαγή; Καί τήν καθαρότητα καί τήν σεμνότητα, ἴσα μέ τήν βρώμα καί μέ τήν διαφθορά καί μέ τήν πορνεία; Μέ τέτοια μυαλά, πῶς νά μήν εἶναι ἡ ψυχή μας σπήλαιο, πῶς νά μήν εἶναι σταῦλος; Πρέπει αὐτά, πού λερώνουν τήν ψυχή μας, νά ἀρχίσομε νά τά βγάζο-με. Νά τά πετᾶμε μακρυά.
Τό πρῶτο βγάλσιμο εἶναι νά τοποθετηθοῦμε σωστά ἀπέναντί τους. Νά τά ἀποστρα-φοῦμε. Νά τά μισήσομε. Καί μετά νά σηκώσουμε τά χέρια μας πρός τόν Χριστό, τόν ἐνανθρω-πίσαντα Κύριό μας καί νά τοῦ ποῦμε: «Χριστέ μου, σωτήρα τοῦ κόσμου, ἐλέησέ με καί δυνάμω-σέ με μέ τήν χάρη τοῦ Παναγίου σου Πνεύματος νά νικήσω τήν ἁμαρτία. Γιά νά γίνω καί ἐγώ ἄξιος νά μπεῖς μέσα μου».
Πῶς θά μπεῖ ὁ Χριστός μέσα μας; Μέ τήν Θεία Κοινωνία, ἀδελφοί μου. Πού εἶναι τό σῶμα Του καί τό αἷμα Του. Καί ὅποιος τό τρώγει, καθαρίζεται ἀπό κάθε ἁμαρτία. Ξέρετε τί κρῖμα εἶναι νά ψάχνουμε νά βροῦμε τόν Χριστό, ἐκεῖ πού δέν εἶναι; Καί ξέρετε τί κρῖμα εἶναι, νά τόν ἔχομε μπροστά μας καί νά τόν ξεχνᾶμε;

4. Νά τί ζητᾶ ὁ Χριστός
Κάποια φορά, ἦταν ἕνας μεγάλος ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος στήν Βηθλεέμ. Καί εἶχε γονατίσει μέσα στό σπήλαιο, δίπλα στό σημεῖο πού γεννήθηκε ὁ Χριστός. Τώρα εἶναι Ἐκκλησία ἐκεῖ. Τό σημεῖο πού γεννήθηκε ὁ Χριστός, τό δείχνουν μέσα στήν Ἐκκλησία μέ ἕνα μεγάλο ἀστέρι.
Ἐκεῖ λοιπόν γονατιστός, ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος, παρακαλοῦσε τόν Χριστό καί τοῦ ἔλεγε: «Ἐλέησέ με Χριστέ μου, λυπήσου με ἐμένα τόν δοῦλο σου».
Ξαφνικά βλέπει μπροστά του τόν Χριστό καί τοῦ λέει: -Ἱερώνυμε, ὡραῖα, καλά μέ πα-ρακαλεῖς, ἀλλά τί δῶρο θά μοῦ κάνεις;
Λέει ὁ ἅγιος: -Τί νά σοῦ κάνω Χριστέ μου μου; Ὅτι εἶχα καί δέν εἶχα, τά ἄφησα γιά Σέ-να. Ἤμουν στή Ρώμη ἄρχοντας καί ἦρθα δῶ πέρα καί εἶμαι στή ἄκρη τοῦ κόσμου καλόγηρος. Ἤμουν πλούσιος καί τώρα δέν ἔχω τίποτε ἀπολύτως. Καί τίς ἰδέες μου τίς ἄφησα, γιά σένα. Καί τίς πεποιθήσεις μου τίς ἄφησα, γιά σένα. Τίποτε δέν κρατῶ.
-Κάτι κρατᾶς, τοῦ λέει, Ἱερώνυμε. Θέλω νά μοῦ τό δώσεις καί αὐτό.
-Τί εἶναι αὐτό Κύριε μου; Ποιό εἶναι αὐτό πού γυρεύεις καί τὄχω κρατήσει ἀκόμα;
Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστός: -Τίς ἁμαρτίες σου, τίς ἁμαρτίες σου.
-Καί τί τίς θέλεις Χριστέ μου τίς ἁμαρτίες μου; Τί τίς θέλεις; ρώτησε μέ ἀπορία ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος.
Καί τοῦ λέγει ὁ Χριστός:
-Νά τίς συγχωρήσω. Νά τίς ξεπλύνω. Νά τίς σβύσω, γιά νά μήν σέ βαρύνουν πιά.
Ἀκούγοντας τά λόγια αὐτά, ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος, ὅλοι τό καταλαβαίνομε, ξέσπασε σέ κλάματα· καί εἶπε:
«Δόξα σοι Κύριε. Δόξα σοι Κύριε, πού ἦρθες ἀπό εὐσπλαγχνία στόν κόσμο καί γιά μᾶς. Καί γιά νά σώσεις καί ἐμένα τόν ἁμαρτωλό μέ τό ἔλεός σου, μέ τήν ἀγάπη σου καί μέ τήν χάρη σου. Δόξα στή φιλανθρωπία σου, πού σέ ἔκανε νά κατεβεῖς στόν κόσμο καί νά γεννη-θεῖς στό σπήλαιο γιά μᾶς. Ἔλα Χριστέ μου, καί γεννήσου καί στό δικό μου σπήλαιο, τό σπήλαιο τῆς καρδιᾶς μου. Ἔλα νά μέ ἁγιάσεις ἐμένα καί μαζί μέ ἐμένα καί ὅλους τούς γύρω μου ἀνθρώπους».
Τί καλό πού θά ἦταν, ἄν καθένας κάνει αὐτή τήν προσευχή ταπεινά μέσα στήν Ἐκκλησία.

5. Μιά ἀπόφαση καί μιά εὐχή
Βαδίζομε γιά τήν μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων. Μᾶς χωρίζουν μόνο λίγες ἡμέρες. Ἀλλά ἄν θέλεις, αὐτές οἱ λίγες ἡμέρες εἶναι ἀρκετές γιά νά κάνεις στόν ἑαυτό σου ἀνάπλαση καί ἀναδημιουργία. Μέ μιά ἀπόφαση:

  • Τήν ἡμέρα τῶν ἁγίων Χριστουγέννων νά αἰσθανθεῖς ὅτι ὁ Χριστός εἶναι κοντά σου.
  • Καί μέ τά πνευματικά αὐτιά νά ἀκούσεις ἐκεῖνο πού θά ψάλλουμε: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
  • Καί νά αἰσθάνεσαι τήν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ καί τήν εὐδοκία τοῦ Χριστοῦ, καί τήν καλωσύνη του μέσα στήν καρδιά σου.

Ἄς εὐχηθοῦμε νά μείνει ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ καί ἡ εὐδοκία τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά μας, στή ζωή μας, στά σπίτια μας καί στήν οἰκογένειά μας, παντοτινή καί ἀνεξάντλητη.
Αὐτή ἡ εὐχή ἄς μᾶς συνοδεύει στήν πορεία μας πρός τά Χριστούγεννα. Ἀμήν.

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία στή Ἀνέζα στίς 21/12/1997